Η Γροιλανδία βρίσκεται το τελευταίο διάστημα στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης, λόγω της στρατηγικής της σημασίας για την αντιπυραυλική άμυνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρά τη ρητορική της Ουάσινγκτον και του Ντόναλντ Τραμπ, που τη χαρακτηρίζει «ζωτικής σημασίας» για την αμερικανική ασφάλεια, ειδικοί επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν εναλλακτικές λύσεις για την υλοποίηση της αντιπυραυλικής τους ασπίδας «Χρυσός Θόλος», χωρίς να χρειάζεται να αποκτήσουν τον έλεγχο του αρκτικού αυτού εδάφους.
Η αμερικανική αντιπυραυλική άμυνα βασίζεται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο δορυφόρων και ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης, που επιτρέπουν τον εντοπισμό και την παρακολούθηση βαλλιστικών πυραύλων. Τα συστήματα αυτά είναι εγκατεστημένα κυρίως στις Αλεούτιες νήσους στον Ειρηνικό, στην Αλάσκα, στη Βρετανία και στη Γροιλανδία. Παράλληλα, οι ΗΠΑ αξιοποιούν τα ραντάρ των πολεμικών πλοίων τύπου Aegis με αντιπυραυλικές δυνατότητες —63 αναμένεται να βρίσκονται σε επιχειρησιακή ετοιμότητα έως τα τέλη του 2026— καθώς και χερσαία συστήματα στη Ρουμανία και την Πολωνία.
Στο οπλοστάσιο της Ουάσινγκτον περιλαμβάνονται επίσης 44 πύραυλοι αναχαίτισης GBI, εγκατεστημένοι στην Καλιφόρνια και την Αλάσκα. Όπως εξηγεί στο Γαλλικό Πρακτορείο ο ερευνητής του Ιδρύματος Στρατηγικής Έρευνας (FRS), Ετιέν Μαρκούζ, οι συγκεκριμένοι πύραυλοι είναι σχεδιασμένοι κυρίως για απειλές από την ασιατική ήπειρο και όχι για αναχαίτιση πυραύλων που θα εκτοξεύονταν από τη Ρωσία.
Ο ίδιος εκτιμά ότι η εγκατάσταση πυραύλων GBI στη Γροιλανδία δεν θεωρείται πιθανή, ακόμη και σε περίπτωση απειλής από την Ανατολή, καθώς θα μπορούσαν να τοποθετηθούν στις βορειοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τον Μαρκούζ, το επιχείρημα περί ανάγκης προσάρτησης της Γροιλανδίας για λόγους αντιπυραυλικής άμυνας λειτουργεί περισσότερο ως πρόσχημα, δεδομένου ότι αντίστοιχα συστήματα λειτουργούν ήδη σε Πολωνία και Ρουμανία.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν επίσης πυραύλους SM-3, εγκατεστημένους σε αντιτορπιλικά Aegis αλλά και στις βάσεις της Πολωνίας και της Ρουμανίας, οι οποίοι έχουν σχεδιαστεί για να αναχαιτίζουν πυρηνικές κεφαλές στο διάστημα. Συμπληρωματικά, το σύστημα THAAD στοχεύει στην καταστροφή πυραύλων κατά την τελική φάση της πτήσης τους στην ανώτερη ατμόσφαιρα.
Το φιλόδοξο σχέδιο «Χρυσός Θόλος», που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ με την ανάληψη των καθηκόντων του, αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου αντιπυραυλικού συστήματος ικανού να προστατεύει το αμερικανικό έδαφος από κάθε είδους πυραυλική απειλή. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει δηλώσει ότι προτίθεται να επενδύσει 175 δισ. δολάρια, με στόχο την πλήρη λειτουργία του συστήματος έως το τέλος της θητείας του — στόχος που πολλοί ειδικοί χαρακτηρίζουν ανέφικτο.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Todd Harrison από το American Enterprise Institute, το κόστος του έργου θα μπορούσε να φτάσει το 1 τρισ. δολάρια σε βάθος 20ετίας, ενώ σε ένα πιο φιλόδοξο σενάριο ενδέχεται να αγγίξει τα 3,6 τρισ. δολάρια. Κεντρικό στοιχείο του σχεδίου αποτελεί η ανάπτυξη δορυφόρων αναχαίτισης σε χαμηλή τροχιά, οι οποίοι θα μπορούν να εξουδετερώνουν πυραύλους μόλις αυτοί εισέρχονται στο διάστημα.
Παρά ταύτα, όπως επισημαίνει ο Μαρκούζ, πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο σύστημα, στο οποίο η αποτυχία ενός σταδίου θα πρέπει να αντισταθμίζεται από εναλλακτικές επιλογές αναχαίτισης, τόσο στη θάλασσα όσο και στην ξηρά, με αναβαθμισμένες τεχνολογικές δυνατότητες.
Η γεωγραφική θέση της Γροιλανδίας έχει αναμφισβήτητα στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς διηπειρωτικοί βαλλιστικοί πύραυλοι που θα κατευθύνονταν προς τις ΗΠΑ θα διέσχιζαν τον Βόρειο Πόλο. Η παρουσία ραντάρ και μέσων αναχαίτισης στην περιοχή προσφέρει επιχειρησιακά οφέλη, ενώ ήδη λειτουργούν αμερικανικά ραντάρ στη βάση του Πιτουφίκ (πρώην Θούλη).
Ωστόσο, η σημασία των χερσαίων ραντάρ αναμένεται να μειωθεί σταδιακά, καθώς οι ΗΠΑ αναπτύσσουν δορυφόρους χαμηλής τροχιάς HBTSS, ειδικά σχεδιασμένους για την παρακολούθηση πυραύλων κατά την εξωατμοσφαιρική τους πορεία.
Τέλος, οι υφιστάμενες αμυντικές συμφωνίες μεταξύ ΗΠΑ, Γροιλανδίας και Δανίας παρέχουν ήδη στην Ουάσινγκτον ευρύ περιθώριο δράσης. Όπως τονίζει στο Γαλλικό Πρακτορείο ο ερευνητής Μίκαα Μπλουζόν-Μερέντ, οι ΗΠΑ μπορούν να αναπτύξουν τεχνικά και στρατιωτικά μέσα στη Γροιλανδία, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενημερώνουν και θα ζητούν τη γνώμη της Δανίας και των Γροιλανδών. Μια μονομερής ενέργεια, χωρίς πολιτική συναίνεση, θα μπορούσε να εκληφθεί ως παραβίαση της δανικής κυριαρχίας και να οδηγήσει σε διπλωματική ένταση.