Η «αδύνατη» τιμή της Γροιλανδίας: Γιατί το σχέδιο Τραμπ σκοντάφτει στην πραγματικότητα

 
γροιλανδια

Ενημερώθηκε: 09/01/26 - 14:07

Στο πλαίσιο της καθαρά συναλλακτικής προσέγγισης που χαρακτηρίζει την εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και μετά τις επανειλημμένες και κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις της Δανίας ότι η Γροιλανδία δεν αποτελεί αντικείμενο πώλησης, ο Αμερικανός πρόεδρος και οι στενοί του συνεργάτες φαίνεται πως αναζητούν εναλλακτικούς δρόμους για την απόκτηση ελέγχου του στρατηγικής σημασίας αρκτικού νησιού.

Αφορμή αποτέλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σύμφωνα με τις οποίες η Ουάσιγκτον θα προτιμούσε μια συμφωνία «αγοράς» του αυτόνομου εδάφους της Δανίας. Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο απευθείας οικονομικών κινήτρων προς τους κατοίκους της Γροιλανδίας, με ποσά που θα μπορούσαν να φτάσουν τις 100.000 δολάρια ανά άτομο. Στόχος ενός τέτοιου σχεδίου θα ήταν η άσκηση πίεσης εκ των έσω, ώστε να ενισχυθούν οι φωνές υπέρ της απόσχισης από τη Δανία και της ένταξης στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ωστόσο, ακόμη και ως θεωρητικό σενάριο, η ιδέα της αγοραπωλησίας ενός αυτόνομου εδάφους προσκρούει σε άμεσα και ουσιώδη εμπόδια. Το πρώτο και βασικότερο αφορά το γεγονός ότι δεν υφίσταται διεθνής «αγορά» κρατών ή χωρών, ούτε κάποιο κοινά αποδεκτό πλαίσιο αποτίμησης της αξίας τους. Όπως επισημαίνει ο Νικ Κούνις, επικεφαλής οικονομολόγος της ABN AMRO, δεν υπάρχει μηχανισμός που να μπορεί να αποδώσει οικονομική αξία σε έννοιες όπως η κυριαρχία, η αυτονομία και η εθνική υπόσταση.

Η αναζήτηση ιστορικών προηγούμενων αποδεικνύεται εξίσου ατελέσφορη. Το 1946, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν προσφερθεί να αγοράσουν τη Γροιλανδία από τη Δανία έναντι 100 εκατομμυρίων δολαρίων, πρόταση που απορρίφθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν και το ποσό αυτό αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 1,6 δισ. δολάρια, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς, καθώς μεσολάβησαν οκτώ δεκαετίες ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τη Δανία. Επιπλέον, δεν αντικατοπτρίζει ούτε την αυξημένη γεωπολιτική σημασία της Αρκτικής ούτε την πιθανή αξία των φυσικών πόρων της Γροιλανδίας στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία.

Αντίστοιχα, οι ιστορικές αγορές της Λουιζιάνα από τη Γαλλία το 1803 και της Αλάσκας από τη Ρωσία το 1867 δεν μπορούν να συγκριθούν με τη σημερινή περίπτωση, καθώς τότε υπήρχαν πρόθυμοι πωλητές που επέλεξαν συνειδητά να εκχωρήσουν εδάφη. Ακόμη και αν τα ποσά εκείνων των συμφωνιών μεταφραστούν σε σημερινές τιμές, το τελικό ύψος τους θα εξαρτιόταν από πλήθος παραγόντων, όπως ο πληθωρισμός, η εξέλιξη της αξίας της γης και η ανάπτυξη των τοπικών οικονομιών.

Σε μια προσπάθεια διαφορετικής προσέγγισης, το Reuters επιχειρεί να εξετάσει το ενδεχόμενο αποτίμησης της Γροιλανδίας με όρους εταιρικής εξαγοράς, δηλαδή βάσει των εσόδων που θα μπορούσε να παράγει. Και αυτή η μέθοδος, ωστόσο, οδηγεί σε αδιέξοδο. Το ΑΕΠ της Γροιλανδίας, που βασίζεται κυρίως στην αλιεία, εκτιμήθηκε το 2023 σε μόλις 3,6 δισ. δολάρια — περίπου το ένα δέκατο του ΑΕΠ της Ισλανδίας. Ακόμη και αν αυτό το μέγεθος αποτελούσε αφετηρία για μια αποτίμηση, παραμένει ασαφές ποιο «πολλαπλάσιο» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό μιας εύλογης τιμής.

Το ζήτημα περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός ότι περίπου το 50% του δημόσιου προϋπολογισμού της Γροιλανδίας καλύπτεται από δανικές επιδοτήσεις, οι οποίες χρηματοδοτούν κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες, όπως η υγεία, η εκπαίδευση και οι βασικές υποδομές σε ένα εξαιρετικά αραιοκατοικημένο και δύσβατο έδαφος.

Η συζήτηση μετατοπίζεται αναπόφευκτα στον ορυκτό πλούτο του νησιού, ο οποίος θεωρείται το μεγαλύτερο στρατηγικό του πλεονέκτημα. Η Γροιλανδία διαθέτει σημαντικά αποθέματα χαλκού, χρυσού, διαμαντιών, σιδηρομεταλλεύματος, βολφραμίου και, κυρίως, σπάνιων γαιών — πρώτων υλών κρίσιμης σημασίας για τη σύγχρονη τεχνολογία και την ενεργειακή μετάβαση. Αν και ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα αρνηθεί ότι το αμερικανικό ενδιαφέρον σχετίζεται με τα ορυκτά ή τους υδρογονάνθρακες, το Reuters αποκαλύπτει ότι η κυβέρνησή του έχει πραγματοποιήσει συζητήσεις για την απόκτηση μεριδίου σε εταιρεία που φιλοδοξεί να αναπτύξει το μεγαλύτερο έργο σπάνιων γαιών στο νησί.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η συνολική αξία των ορυκτών και ενεργειακών αποθεμάτων της Γροιλανδίας ενδέχεται να ανέρχεται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια ή και περισσότερο. Ωστόσο, δεν έχουν ολοκληρωθεί εκτεταμένες γεωλογικές έρευνες σε ολόκληρο το νησί, ενώ μελέτη του 2023 έδειξε ότι η Γροιλανδία διαθέτει 25 από τα 34 ορυκτά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτηρίζει ως «κρίσιμες πρώτες ύλες».

Παρά τη μακρά εμπειρία των εξορυκτικών εταιρειών στην αποτίμηση γης και φυσικών πόρων, στην περίπτωση της Γροιλανδίας προκύπτουν σοβαρά θεσμικά και πολιτικά εμπόδια. Η εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου απαγορεύεται για περιβαλλοντικούς λόγους, ενώ η ανάπτυξη του μεταλλευτικού τομέα καθυστερεί λόγω γραφειοκρατίας και αντιδράσεων από τους αυτόχθονες πληθυσμούς. Επιπλέον, οι συμβάσεις εκμετάλλευσης φυσικών πόρων δεν συνεπάγονται εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας — στοιχείο καθοριστικό σε ένα έδαφος όπου οι Γροιλανδοί Ινουίτ διεκδικούν ιστορικά και νομικά δικαιώματα.

Όπως επισημαίνει ο Αντρές Οστχάγκεν, διευθυντής Έρευνας για την Αρκτική και την Ωκεάνια Πολιτική στο Ινστιτούτο Fridtjof Nansen της Νορβηγίας, όταν στην εξίσωση προστίθενται άυλες αξίες, όπως ο πολιτισμός, η ιστορική μνήμη και τα δικαιώματα των αυτοχθόνων, κάθε προσπάθεια οικονομικής αποτίμησης καθίσταται πρακτικά αδύνατη. «Δεν υπάρχει τρόπος να μπει τιμή στη Γροιλανδία», σημειώνει χαρακτηριστικά, απορρίπτοντας την ιδέα ως παράλογη.

Παρά τις ενστάσεις αυτές, η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να διαμηνύει ότι διατηρεί «όλες τις επιλογές ανοιχτές», ακόμη και το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης, υποστηρίζοντας ότι ο έλεγχος της Γροιλανδίας αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ