Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (NSS) των Ηνωμένων Πολιτειών, που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Δεκέμβριο, συνιστά μια ασυνήθιστα επιθετική αποτίμηση της Ευρώπης. Το κείμενο δεν περιορίζεται σε παραδοσιακές παρατηρήσεις για την άμυνα ή την οικονομία, αλλά αποδίδει στους Ευρωπαίους συμμάχους ευθύνη για μια βαθύτερη πολιτισμική και πολιτική παρακμή, προκαλώντας εύλογη ανησυχία για το πώς αντιλαμβάνεται ο Ντόναλντ Τραμπ τη σχέση του με την ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Σύμφωνα με το έγγραφο, η οικονομική στασιμότητα της Ευρώπης θεωρείται δευτερεύουσα μπροστά στον κίνδυνο «εξαφάνισης του πολιτισμού». Ως βασικές αιτίες κατονομάζονται η δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων υπερεθνικών θεσμών, οι οποίοι –κατά την αμερικανική οπτική– διαβρώνουν την εθνική κυριαρχία, οι μεταναστευτικές πολιτικές που αλλάζουν τον κοινωνικό ιστό, οι περιορισμοί στην ελευθερία του λόγου, η καταστολή της πολιτικής αντιπολίτευσης, η δημογραφική συρρίκνωση και η απώλεια εθνικής αυτοπεποίθησης.
Η NSS δηλώνει ρητά ότι οι ΗΠΑ θα αντιταχθούν σε «αντιδημοκρατικούς περιορισμούς θεμελιωδών ελευθεριών» που, όπως υποστηρίζει, επιβάλλονται από ελίτ όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στον ευρύτερο δημοκρατικό κόσμο. Η στρατηγική αυτή συνοψίζεται σε έναν στόχο: να «βοηθηθεί» η Ευρώπη να αλλάξει πορεία. Ο βασικός μοχλός πίεσης, κατά το κείμενο, είναι η στήριξη «πατριωτικών ευρωπαϊκών κομμάτων», με πιο εμβληματικό παράδειγμα τον Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στους κύκλους του MAGA.
Ένα προβληματικό πρότυπο «δημοκρατίας»
Η πραγματικότητα, ωστόσο, διαψεύδει την εικόνα που επιχειρεί να προβάλει η Ουάσιγκτον. Τα στοιχεία της βάσης δεδομένων Varieties of Democracy (V-Dem) καταγράφουν δραματική υποχώρηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ουγγαρία, με τον σχετικό δείκτη να καταρρέει μέσα σε δεκαπέντε χρόνια. Παρά ταύτα, η χώρα προβάλλεται ως πρότυπο από ένα πολιτικό κίνημα που, όπως σημειώνουν αναλυτές των Financial Times, δύσκολα μπορεί να εμφανίζεται ως υπερασπιστής της δημοκρατίας, όταν ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αμφισβητήσει εκλογικά αποτελέσματα στη χώρα του.
Στο ίδιο πνεύμα, η κριτική της NSS για την ελευθερία του λόγου αποδεικνύεται αντιφατική. Σύμφωνα με τα ίδια δεδομένα, πολλές ευρωπαϊκές χώρες προστατεύουν καλύτερα την ελευθερία της έκφρασης και την πολυφωνία από ό,τι οι ΗΠΑ. Και το ερώτημα που αναδύεται είναι αν η κατάσταση αυτή μπορεί πράγματι να βελτιωθεί, τη στιγμή που η αμερικανική κυβέρνηση επιτίθεται ανοιχτά σε πανεπιστήμια και μέσα ενημέρωσης.
Ευρώπη, ιστορία και επικίνδυνες αυταπάτες
Αναμφίβολα, η Ευρώπη δεν είναι άμοιρη προβλημάτων. Οι συζητήσεις για τα όρια της ελευθερίας του λόγου είναι υπαρκτές και συχνά δύσκολες. Όμως η άκριτη εξιδανίκευση των λεγόμενων «πατριωτικών» κομμάτων αγνοεί ένα κρίσιμο δεδομένο: την ευρωπαϊκή ιστορική εμπειρία. Ο εθνικισμός και τα πολιτικά κινήματα που επικαλούνται την «απειλή κατά του πολιτισμού» έχουν, στο παρελθόν, οδηγήσει σε καταστροφές ανυπολόγιστης κλίμακας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε ακριβώς για να αποτρέψει την επανάληψη αυτών των τραγωδιών, μέσα από συνεργασία και αλληλεξάρτηση. Η επίθεση κατά της ΕΕ ως «αντιδημοκρατικού» εγχειρήματος παραβλέπει ότι τα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη είναι ιστορικές κατασκευές, συχνά προϊόν βίαιων συγκρούσεων, και όχι διαχρονικές σταθερές.
Όπως είχε επισημάνει ο Πολ-Ανρί Σπάακ, ένας από τους θεμελιωτές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, στην Ευρώπη υπάρχουν μόνο δύο είδη χωρών: οι μικρές και εκείνες που δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει ότι είναι μικρές. Σε έναν κόσμο υπερδυνάμεων και πυρηνικών απειλών, το δίλημμα για την ήπειρο είναι απλό: συνεργασία ή περιθωριοποίηση.
Γιατί η Ευρώπη καλείται να σταθεί μόνη της
Στον πυρήνα της αμερικανικής ρητορικής βρίσκεται ο φόβος της «εξάλειψης του πολιτισμού», μια αφήγηση που αντλεί από ακραίες εκδοχές πολιτικής ταυτότητας και από θεωρίες όπως αυτή της «Μεγάλης Αντικατάστασης». Πρόκειται για μια προβολή των εσωτερικών αγωνιών των ΗΠΑ πάνω στην Ευρώπη, καθώς η αμερικανική κοινωνία αλλάζει δημογραφικά και πολιτισμικά.
Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες μπορούν να θέτουν όρια στη μετανάστευση και να προστατεύουν την ιθαγένεια, χωρίς να απαρνούνται τις θεμελιώδεις αξίες τους. Οι αξίες αυτές –ατομική ελευθερία, ισότητα απέναντι στον νόμο, κράτος δικαίου, ελεύθερη αναζήτηση της γνώσης και δημοκρατική νομιμοποίηση της εξουσίας– δεν εδράζονται στη φυλή ή στη θρησκεία, αλλά στη συνειδητή αποδοχή τους από τους πολίτες.
Αν η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση πράγματι αμφισβητεί αυτό το πλαίσιο, τότε η Ευρώπη δεν βρίσκεται απλώς απέναντι σε έναν δύσκολο σύμμαχο, αλλά σε μια θεμελιώδη πολιτική πρόκληση. Και σε αυτή την περίπτωση, η υπεράσπιση της δημοκρατίας παύει να είναι θεωρητική συζήτηση και μετατρέπεται σε ζήτημα αυτοσυντήρησης