Η υποτονική στάση που κράτησε η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στην επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα αναδεικνύει, σύμφωνα με ανάλυση του Politico, τη δυσκολία των Βρυξελλών να υψώσουν ξεκάθαρο ανάστημα και απέναντι στις επαναλαμβανόμενες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για ενδεχόμενη κατάληψη της Γροιλανδίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχείρησε τη Δευτέρα να διαχωρίσει την υπόθεση της Βενεζουέλας από τη ρητορική του Αμερικανού προέδρου για την Αρκτική, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει συγκεκριμένο σχέδιο αποτροπής. Όπως τόνισε η επικεφαλής εκπρόσωπος Πάολα Πίνιο, η Γροιλανδία αποτελεί σύμμαχο των ΗΠΑ και καλύπτεται από το ΝΑΤΟ, γεγονός που –κατά την ίδια– καθιστά αβάσιμες τις συγκρίσεις με άλλες περιπτώσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, υπογραμμίζοντας τον δημοκρατικό χαρακτήρα της χώρας του. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η κυβέρνησή του θα σκληρύνει τη στάση της, ξεκαθαρίζοντας πως δεν υπάρχει πλέον ανοχή σε πιέσεις ή υπαινιγμούς περί προσάρτησης.
Αντίθετα, η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν εμφανίστηκε ιδιαίτερα ανήσυχη, σημειώνοντας ότι μια ενδεχόμενη στρατιωτική κίνηση των ΗΠΑ κατά συμμάχου στο ΝΑΤΟ θα ισοδυναμούσε με κατάρρευση της συμμαχίας και του μεταπολεμικού συστήματος ασφάλειας.
Παρά τις επανειλημμένες πιέσεις, η Κομισιόν περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές περί υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας, αποφεύγοντας να εξηγήσει πώς θα μετουσιώσει αυτές τις αρχές σε πράξη.
Η Γροιλανδία, πλούσια σε ορυκτούς πόρους και στρατηγικής σημασίας λόγω της θέσης της στην Αρκτική, βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μεγάλων δυνάμεων. Παρότι είναι αυτοδιοικούμενη περιοχή της Δανίας και δεν ανήκει στην ΕΕ, οι κάτοικοί της είναι Ευρωπαίοι πολίτες. Ο Τραμπ επανέλαβε ότι η περιοχή είναι κρίσιμη για την αμερικανική ασφάλεια, επικαλούμενος αυξημένη ρωσική και κινεζική παρουσία, ισχυρισμούς που ειδικοί αντιμετωπίζουν με επιφυλάξεις.
Τanto η Γροιλανδία όσο και η Δανία απορρίπτουν κατηγορηματικά κάθε συζήτηση περί πώλησης ή αλλαγής καθεστώτος, τονίζοντας ότι το μέλλον του νησιού αποτελεί αποκλειστικά υπόθεση των κατοίκων του. Η ΕΕ, από την πλευρά της, διέψευσε ότι συμμερίζεται την άποψη πως «χρειάζεται» οι ΗΠΑ να ελέγχουν τη Γροιλανδία.
Ωστόσο, η ήπια ευρωπαϊκή αντίδραση αποτυπώνει το στρατηγικό αδιέξοδο των Βρυξελλών, που φοβούνται εμπορικά ή γεωπολιτικά αντίποινα από την Ουάσινγκτον. Παρόμοια προσεκτική στάση τηρεί και το ΝΑΤΟ, αν και στο εσωτερικό της συμμαχίας αυξάνονται η ανησυχία και η ενόχληση για τη ρητορική Τραμπ.
Διπλωμάτες και αναλυτές επισημαίνουν ότι οι δηλώσεις αυτές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για ενίσχυση της παρουσίας του ΝΑΤΟ στην Αρκτική, είτε μέσω περισσότερου στρατιωτικού εξοπλισμού είτε με πιο μόνιμες δομές ασφαλείας. Σε κάθε περίπτωση, μια υποθετική στρατιωτική ενέργεια των ΗΠΑ κατά συμμάχου θα αποτελούσε, όπως τονίζουν ειδικοί, υπαρξιακή απειλή για το ΝΑΤΟ.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν λείπουν και πιο ριζοσπαστικές προτάσεις, όπως η δημιουργία μόνιμης ευρωπαϊκής στρατιωτικής βάσης στη Γροιλανδία, με στόχο να σταλεί μήνυμα σταθερότητας και να αμφισβητηθεί το επιχείρημα περί ευρωπαϊκής αδυναμίας στην ασφάλεια της περιοχής.