Η Γροιλανδία στο επίκεντρο των αμερικανικών βλέψεων: Ιστορία, γεωπολιτική και οι επίμονες διεκδικήσεις Τραμπ

 
γροιλανδια

Ενημερώθηκε: 27/01/26 - 20:24

Η Γροιλανδία, το μεγαλύτερο νησί του κόσμου με πληθυσμό μόλις 57.000 κατοίκους, επανέρχεται δυναμικά στο διεθνές προσκήνιο ύστερα από δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αναζωπύρωσε τη συζήτηση περί ενδεχόμενης απόκτησής της από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με ανάλυση της Washington Post, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ παρουσίασε μια εκδοχή της ιστορίας που, όπως επισημαίνουν ιστορικοί και ειδικοί, απλουστεύει ή και διαστρεβλώνει κρίσιμα γεγονότα. Μιλώντας στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, ο Τραμπ υποστήριξε ότι επί σχεδόν δύο αιώνες οι Αμερικανοί πρόεδροι επιδίωκαν την αγορά της Γροιλανδίας και ότι οι ΗΠΑ «θα έπρεπε να την είχαν κρατήσει» μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη. Το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία πράγματι χρονολογείται από τον 19ο αιώνα, ιδιαίτερα μετά την αγορά της Αλάσκας το 1867. Πολιτικοί και διπλωμάτες της εποχής αναγνώριζαν τη στρατηγική της θέση, τον ορυκτό της πλούτο και τα αλιευτικά της αποθέματα. Παρά τις κατά καιρούς προτάσεις —ακόμη και την επίσημη προσφορά αγοράς το 1946 επί προεδρίας Τρούμαν— καμία δεν ευοδώθηκε.

Η στάση της Δανίας υπήρξε διαχρονικά αμετακίνητη. Όπως επισημαίνουν Δανοί ιστορικοί, η Κοπεγχάγη ουδέποτε αποδέχθηκε την ιδέα πώλησης της Γροιλανδίας, η οποία σήμερα διαθέτει καθεστώς ευρείας αυτονομίας. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μόλις το 6% των κατοίκων θα επιθυμούσε ένταξη στις ΗΠΑ, γεγονός που ενισχύει το επιχείρημα περί σεβασμού του δικαιώματος αυτοδιάθεσης.

Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας Τραμπ βρίσκεται και το ζήτημα της ασφάλειας. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να εγγυηθούν την άμυνα της Γροιλανδίας, παραβλέποντας ωστόσο ότι η Δανία είναι ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ και ότι η συλλογική άμυνα αποτελεί βασική αρχή της συμμαχίας. Παράλληλα, η Κοπεγχάγη αναγνωρίζει τις ανησυχίες της Ουάσινγκτον για τη Ρωσία και την Κίνα, σημειώνοντας όμως ότι η κινεζική παρουσία στο νησί είναι πρακτικά ανύπαρκτη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι ΗΠΑ ανέπτυξαν στρατιωτικές υποδομές στη Γροιλανδία μετά από συμφωνία με τον Δανό πρέσβη στην Ουάσινγκτον. Η συμφωνία αυτή, ωστόσο, αναγνώριζε ρητά τη δανική κυριαρχία και δεν παρείχε δικαιώματα ιδιοκτησίας, όπως υπογραμμίζουν οι ιστορικοί.

Παρά τις αιχμές Τραμπ περί ανυπαρξίας νομικών εγγράφων, το καθεστώς της Γροιλανδίας είναι σαφώς κατοχυρωμένο: διεθνείς συνθήκες, αποφάσεις δικαστηρίων και ψηφίσματα του ΟΗΕ επιβεβαιώνουν τη δανική κυριαρχία.

Έτσι, πίσω από τη ρητορική περί «ιστορικού δικαιώματος», αναδεικνύεται μια σύγκρουση δύο αφηγήσεων: από τη μία, μια αντίληψη ισχύος και γεωπολιτικού πραγματισμού· από την άλλη, το διεθνές δίκαιο και η βούληση ενός λαού. Ανάμεσα στις δύο, η Γροιλανδία παραμένει στρατηγικός κόμβος παγκόσμιου ενδιαφέροντος, αλλά και ένα έδαφος με σαφές νομικό καθεστώς που δύσκολα επιδέχεται αμφισβητήσεις.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ