Η σύγκρουση ως συνειδητή στρατηγική: Πούτιν, Τραμπ και το τέλος των ψευδαισθήσεων για την ειρήνη

 
πουτιν

Πηγή Φωτογραφίας: Alexander Kazakov via REUTERS

Ενημερώθηκε: 13/01/26 - 16:34

Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, ελάχιστοι Σοβιετικοί αξιωματούχοι κατανόησαν τόσο βαθιά τη σχέση της Μόσχας με τη Δύση όσο ο Βαλεντίν Φαλίν. Διπλωμάτης και σύμβουλος κορυφαίων σοβιετικών ηγετών, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των σχέσεων με τη Δυτική Γερμανία τη δεκαετία του 1970, στο πλαίσιο της ύφεσης που οδήγησε στις Συμφωνίες του Ελσίνκι. Αναλογιζόμενος εκείνη την περίοδο, ο Φαλίν είχε γράψει πως «η αντιπαράθεση δεν είναι μοίρα, αλλά επιλογή». Κατά την άποψή του, τόσο ο πόλεμος όσο και η ειρήνη είναι αποτέλεσμα συνειδητών πολιτικών αποφάσεων των ηγετών και όχι αναπόφευκτες εξελίξεις.

Η διαπίστωση αυτή φωτίζει σήμερα τη στάση του Βλαντίμιρ Πούτιν στον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά και την αποτυχία της Ουάσινγκτον –ιδίως επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ– να πετύχει έναν τερματισμό των εχθροπραξιών. Η αμερικανική προσέγγιση βασίστηκε στην παραδοχή ότι ο Ρώσος πρόεδρος λειτουργεί με ορθολογικούς όρους κόστους–οφέλους και ότι, εφόσον του προσφερθούν επαρκή ανταλλάγματα, θα προτιμήσει τη συμφωνία από τη συνέχιση του πολέμου.

Παρόμοια υπόθεση είχε κάνει και η κυβέρνηση Μπάιντεν πριν από τη ρωσική εισβολή, εκτιμώντας ότι το υψηλό ανθρώπινο και οικονομικό κόστος θα λειτουργούσε αποτρεπτικά. Αντίστοιχα, ο Τραμπ πίστεψε πως η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» θα μπορούσε να τερματιστεί μέσω εδαφικών παραχωρήσεων προς τη Ρωσία, του αποκλεισμού της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ και της προοπτικής νέων οικονομικών και επιχειρηματικών συμφωνιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα ελκυστικών για μια ρωσική οικονομία που φθίνει.

Έτσι, καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, η αμερικανική πλευρά παρουσίασε μια σειρά προτάσεων προς τη Μόσχα, συνοδευόμενων από θεαματικές κινήσεις καλής θέλησης: συνόδους κορυφής, συνεχείς τηλεφωνικές επαφές και διαβεβαιώσεις ότι η συμφωνία βρίσκεται προ των πυλών. Ωστόσο, πίσω από τη διπλωματική βιτρίνα, οι συγκρούσεις όχι μόνο συνεχίστηκαν, αλλά εντάθηκαν.

Ο Πούτιν κατέστησε σαφές ότι δεν σκοπεύει να επιτύχει τους στόχους του μέσω διαπραγματεύσεων. Αντιθέτως, η συστηματική στρατιωτική παρουσία του, η ρητορική περί «απελευθέρωσης εδαφών» και η δημόσια εμφάνισή του με στρατιωτική στολή δείχνουν πως έχει επιλέξει τη στρατιωτική οδό. Η «επιστροφή» του Ντονμπάς και της λεγόμενης «Νοβορόσια» αποτελεί γι’ αυτόν ζήτημα ισχύος, ταυτότητας και ιστορικής αποκατάστασης, όχι αντικείμενο συμβιβασμού.

Αυτό που αναδύεται είναι μια νέα «δοξασία Πούτιν»: η πεποίθηση ότι η Ρωσία μπορεί να συνεχίσει τον πόλεμο για μεγάλο χρονικό διάστημα, απορροφώντας το κόστος, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες μεγάλες δυνάμεις. Οι διαπραγματεύσεις, υπό αυτή τη λογική, δεν αποτελούν μέσο ειρήνευσης, αλλά εργαλείο τακτικής διαχείρισης της διεθνούς εικόνας και του χρόνου.

Στο εσωτερικό, η Ρωσία βιώνει τις συνέπειες της παρατεταμένης σύγκρουσης. Οι κρατικοί προϋπολογισμοί πιέζονται, οι φόροι αυξάνονται, οι κοινωνικές δαπάνες περικόπτονται και το κόστος ζωής ανεβαίνει αισθητά. Η οικονομική στασιμότητα καλύπτεται εν μέρει από τη συνεχή ενίσχυση του αμυντικού και στρατιωτικού τομέα, ο οποίος λειτουργεί ως βασικός μοχλός της παραγωγής και της απασχόλησης.

Παράλληλα, το Κρεμλίνο επενδύει πολιτικά και οικονομικά στους στρατιώτες και στους βετεράνους, δημιουργώντας ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο: οι πολίτες καλούνται να αποδεχθούν χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο, περιορισμό ελευθεριών και παρατεταμένη στασιμότητα, με αντάλλαγμα την αναγνώρισή τους ως «καλών πατριωτών». Σε αυτό το πλαίσιο, οι άνθρωποι αντικαθιστούν τους φυσικούς πόρους ως βασικό καύσιμο του συστήματος.

Η αυστηροποίηση του ελέγχου στην πληροφόρηση και την επικοινωνία –με περιορισμούς σε δημοφιλείς εφαρμογές και την προώθηση κρατικών ψηφιακών εργαλείων– αποκαλύπτει μια σαφή μετατόπιση προς πιο ολοκληρωτικές πρακτικές. Αν και η κοινωνία εμφανίζεται, προς το παρόν, ανεκτική, αρχίζουν να διαφαίνονται ρωγμές: τοπικές διαμαρτυρίες, πολιτιστικές εκδηλώσεις με αντιπολεμικό χαρακτήρα και αντιδράσεις σε μέτρα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα.

Σε διεθνές επίπεδο, η Ρωσία επιχειρεί να διατηρήσει τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης και να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ σε ζώνες επιρροής, από την Κεντρική Ασία έως τη Λατινική Αμερική. Όμως, σε έναν κόσμο όπου οι παλαιοί κανόνες έχουν αποδυναμωθεί και οι μεγάλες δυνάμεις κινούνται χωρίς σαφές πλαίσιο, η σύγκρουση στην Ουκρανία λειτουργεί ως επιταχυντής της παγκόσμιας αστάθειας.

Το τελικό συμπέρασμα επανέρχεται στη φράση του Φαλίν: η αντιπαράθεση είναι επιλογή, όπως και η ειρήνη. Στην παρούσα φάση, όμως, οι πολιτικές, ιδεολογικές και προσωπικές στοχεύσεις των ηγετών φαίνεται να υπερισχύουν κάθε κινήτρου συμβιβασμού. Ακόμη και αν επιτευχθεί κάποια στιγμή μια συμφωνία, η σύγκρουση δύσκολα θα εξαφανιστεί· απλώς θα μετασχηματιστεί σε μια νέα, πιο ψυχρή και υβριδική μορφή αντιπαράθεσης.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ