Η ιστορική συμφωνία που υπέγραψαν οι πρόεδροι των ΗΠΑ και του Ιράν, Ντόναλντ Τραμπ και Μασούντ Πεζεσκιάν, θεωρείται από πολλούς σημείο καμπής για τη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για την πρώτη επίσημη συμφωνία ανάμεσα στις δύο χώρες μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, ανοίγει τον δρόμο για σταθερότητα και αποκλιμάκωση στην περιοχή.
Η συμφωνία υπογράφηκε στις Βερσαλλίες, στο περιθώριο της συνόδου της G7, και προβλέπει 60ήμερη επέκταση της εκεχειρίας, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, ώστε να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για μόνιμη διευθέτηση και για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονη ανησυχία σε Ισραήλ και αραβικές χώρες του Κόλπου, που θεωρούν ότι η συμφωνία ενισχύει τη διεθνή θέση του Ιράν. Ισραηλινοί αναλυτές κάνουν λόγο για στρατηγική ήττα, υποστηρίζοντας ότι η Ουάσινγκτον εγκατέλειψε τον στόχο αποδυνάμωσης του ιρανικού καθεστώτος και ουσιαστικά το νομιμοποίησε πολιτικά.
Το Τελ Αβίβ εκφράζει δυσαρέσκεια επειδή το πρωτόκολλο δεν περιλαμβάνει σαφείς περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ούτε δεσμεύσεις για διάλυση των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Παράλληλα, θεωρεί ότι περιορίζεται και η στρατιωτική του δράση στον Λίβανο.
Αναλυτές εκτιμούν ότι, εφόσον η συμφωνία εφαρμοστεί, η Τεχεράνη θα αποκομίσει σημαντικά οφέλη, όπως η σταδιακή άρση κυρώσεων, η επανεκκίνηση των πετρελαϊκών εξαγωγών και η ενίσχυση της περιφερειακής της επιρροής.
Στον Λίβανο, η συμφωνία φαίνεται να ενισχύει τη θέση της Χεζμπολάχ, ενώ οι χώρες του Κόλπου επανεξετάζουν τη στρατηγική τους απέναντι στις ΗΠΑ και το Ιράν, καθώς θεωρούν ότι η νέα πραγματικότητα αλλάζει τις ισορροπίες ασφαλείας στην περιοχή.
Παρά τις αντιδράσεις, ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η συμφωνία αποτρέπει έναν γενικευμένο πόλεμο με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη Μέση Ανατολή και την παγκόσμια οικονομία. Όπως σημειώνουν, η πραγματική δοκιμασία θα είναι η εφαρμογή της και η πορεία των μελλοντικών διαπραγματεύσεων.