Η υπόθεση Τσάγκος και το ρήγμα στρατηγικής: Δίκαιο ή ισχύς στη διεθνή πολιτική;

 
τσαγκος

Ενημερώθηκε: 22/01/26 - 09:54

Στις 20 Ιανουαρίου 2026 ο Ντόναλντ Τραμπ ανέτρεψε τη μέχρι τότε στάση της κυβέρνησής του απέναντι στη συμφωνία για τα νησιά Τσάγκος, καταγγέλλοντας την απόφαση της Βρετανίας να μεταβιβάσει την κυριαρχία τους στον Μαυρίκιο —με παράλληλη μίσθωση της στρατιωτικής βάσης Ντιέγκο Γκαρσία— ως «πράξη μεγάλης ανοησίας χωρίς κανέναν λόγο».

Η παρέμβασή του προκάλεσε αίσθηση, όχι μόνο για το ύφος της, αλλά και επειδή ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την προηγούμενη θέση της ίδιας κυβέρνησης: μόλις οκτώ μήνες νωρίτερα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία «μνημειώδες επίτευγμα» για τη διασφάλιση μιας στρατηγικά κρίσιμης στρατιωτικής εγκατάστασης.

Ο Τραμπ συνέδεσε μάλιστα ευθέως τη βρετανική παραχώρηση με το δικό του επιχείρημα υπέρ της απόκτησης της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η «εκχώρηση εξαιρετικά σημαντικών εδαφών» από το Λονδίνο ενισχύει τους λόγους εθνικής ασφάλειας που καθιστούν αναγκαία μια τέτοια κίνηση. Πίσω από αυτή τη φαινομενική αντίφαση, αναδεικνύεται μια βαθύτερη σύγκρουση δύο διαφορετικών τρόπων κατανόησης της διεθνούς στρατηγικής: από τη μία, η έμφαση στο διεθνές δίκαιο, τη θεσμική νομιμότητα και τις διαδικασίες· από την άλλη, η αξιολόγηση των εξελίξεων με όρους ισχύος, γεωπολιτικής θέσης και μακροπρόθεσμου πλεονεκτήματος.

Η συμφωνία για τα Τσάγκος, που υπεγράφη τον Μάιο του 2025, προβλέπει τη μεταβίβαση της κυριαρχίας στον Μαυρίκιο, με τη Βρετανία να διατηρεί τη χρήση της βάσης Ντιέγκο Γκαρσία μέσω μίσθωσης 99 ετών, έναντι ετήσιου κόστους περίπου 101 εκατ. λιρών. Το Λονδίνο παρουσίασε τη συμφωνία ως λύση σε μια χρόνια νομική διαμάχη και ως μέσο διασφάλισης της συνέχισης της στρατιωτικής παρουσίας. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου το 2019, που έκρινε παράνομο τον διαχωρισμό των νησιών από τον Μαυρίκιο το 1965, οδηγώντας τη βρετανική κυβέρνηση να επικαλεστεί νομικούς περιορισμούς και όχι στρατηγική αναθεώρηση.

Για τους επικριτές αυτής της λογικής, η εξέλιξη αυτή συνιστά μετατροπή της απόλυτης κυριαρχίας σε όρους εξαρτημένης πρόσβασης, με μελλοντικούς κινδύνους που δεν είναι άμεσοι, αλλά πολιτικοί και νομικοί. Ο Μαυρίκιος, αν και μικρό κράτος χωρίς αξιόλογη στρατιωτική ισχύ, έχει ενισχύσει τα τελευταία χρόνια τις σχέσεις του με την Κίνα, γεγονός που, σύμφωνα με αναλυτές, προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στο μακροπρόθεσμο στρατηγικό τοπίο.

Η παρέμβαση Τραμπ ευθυγραμμίζεται με τη νεότερη αμερικανική στρατηγική αντίληψη, όπως αποτυπώνεται στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ του Νοεμβρίου 2025, η οποία επικρίνει τις ευρωπαϊκές ελίτ για προσκόλληση σε νομικιστικές και διαδικαστικές προσεγγίσεις που, κατά την Ουάσιγκτον, δεν ανταποκρίνονται σε ένα περιβάλλον σκληρού ανταγωνισμού ισχύος.

Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται το ερώτημα αν το διεθνές δίκαιο και οι θεσμοί λειτουργούν ως ουδέτερα εργαλεία σταθερότητας ή ως πεδία έμμεσου ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Για τους υποστηρικτές της πρώτης άποψης, η συμφωνία των Τσάγκος αποκαθιστά μια ιστορική αδικία και ενισχύει τη νομιμότητα. Για τους θιασώτες της δεύτερης, αποτελεί περιττή υποχώρηση που μετατρέπει την ισχύ σε ευάλωτη εξάρτηση.

Η υπόθεση Τσάγκος, τελικά, φωτίζει ένα βαθύ ρήγμα στον τρόπο με τον οποίο οι δυτικές δημοκρατίες αντιλαμβάνονται τη στρατηγική: ανάμεσα σε εκείνους που σκέφτονται με όρους κανόνων και διαδικασιών και σε όσους δίνουν προτεραιότητα στη δύναμη, τη θέση και το πλεονέκτημα. Ποιο από τα δύο πλαίσια θα αποδειχθεί πιο αποτελεσματικό σε έναν κόσμο αυξανόμενου ανταγωνισμού παραμένει ανοιχτό ερώτημα.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ