Η αιματηρή καταστολή των αντικυβερνητικών κινητοποιήσεων στο Ιράν έχει εκτινάξει τον αριθμό των θυμάτων τις τελευταίες ημέρες, με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων να κάνουν λόγο για εκατοντάδες νεκρούς και χωρίς ενδείξεις αποκλιμάκωσης από τις αρχές.
Σύμφωνα με τη νορβηγική οργάνωση Iran Human Rights, τουλάχιστον 648 διαδηλωτές έχουν χάσει τη ζωή τους από τότε που ξέσπασαν οι διαμαρτυρίες στις 28 Δεκεμβρίου. Μεταξύ των θυμάτων περιλαμβάνονται και εννέα ανήλικοι, ενώ χιλιάδες πολίτες φέρονται να έχουν τραυματιστεί. Λίγες ημέρες νωρίτερα, άλλες οργανώσεις έκαναν λόγο για πάνω από 540 νεκρούς, γεγονός που δείχνει ραγδαία κλιμάκωση της βίας.
Παρά τον σχεδόν πλήρη αποκλεισμό του διαδικτύου και τους αυστηρούς περιορισμούς στις επικοινωνίες σε μια χώρα 80 εκατομμυρίων κατοίκων, συνεχίζουν να φτάνουν επαληθευμένες μαρτυρίες και βίντεο με σορούς διαδηλωτών, ακόμη και εικόνες από μαύρες σακούλες με πτώματα έξω από νοσοκομεία.
Οι κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν ως αντίδραση στην οικονομική κατάρρευση και την καταβαράθρωση του νομίσματος, έχουν εξελιχθεί σε μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις για την Ισλαμική Δημοκρατία από την επανάσταση του 1979, με συνθήματα που πλέον αμφισβητούν ευθέως το θεοκρατικό σύστημα.
Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν, αν και αρχικά επιχείρησε να εμφανιστεί διαλλακτικός, δήλωσε σε τηλεοπτικό διάγγελμα ότι αναγνωρίζει την οργή των πολιτών για την οικονομία, αλλά προειδοποίησε πως δεν θα επιτραπεί «σε ταραχοποιούς» να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα.
Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο παρέμβασης, λέγοντας ότι «εξετάζονται σοβαρά όλες οι επιλογές», ενώ σημείωσε πως υπάρχουν ενδείξεις ότι έχουν ξεπεραστεί «κόκκινες γραμμές» λόγω των θανάτων αμάχων.
Οι διαδηλώσεις έχουν εξαπλωθεί τόσο σε μεγάλες πόλεις όσο και σε φτωχότερες επαρχιακές περιοχές. Ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων τονίζουν ότι η πραγματική έκταση των απωλειών παραμένει άγνωστη, καθώς το κλείσιμο του διαδικτύου δυσχεραίνει την επιβεβαίωση στοιχείων. Όπως σημειώνουν ακτιβιστές, η βία εντάθηκε ιδιαίτερα μετά τη διακοπή της διαδικτυακής πρόσβασης.
Παράλληλα, ανώτατοι Ιρανοί αξιωματούχοι κατηγορούν τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι υποκινούν τις κινητοποιήσεις, σε μια περίοδο που η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες πρόσφατης στρατιωτικής έντασης και βαριάς οικονομικής πίεσης από διεθνείς κυρώσεις.
Στο εσωτερικό, η κυβέρνηση κήρυξε εθνικό πένθος για θύματα που αποδίδει σε «αστικούς τρομοκράτες», καλώντας τους πολίτες σε συγκεντρώσεις στήριξης του κράτους, ενώ ο εξόριστος Ρεζά Παχλαβί κάλεσε τους διαδηλωτές να συνεχίσουν την πίεση, καθώς επανεμφανίζονται ακόμη και φιλομοναρχικά συνθήματα — κάτι σπάνιο στα προηγούμενα κύματα διαμαρτυριών.
Η Τεχεράνη και άλλες μεγάλες πόλεις βρίσκονται σε καθεστώς αυξημένης έντασης και σχεδόν πλήρους ψηφιακής απομόνωσης, με τη διεθνή παρακολούθηση της κατάστασης να γίνεται αποσπασματικά μέσω δορυφορικών συνδέσεων και περιορισμένων διαρροών πληροφοριών.
Παρότι το Ιράν έχει βιώσει σοβαρές κρίσεις το 2009, το 2019 και το 2022, αναλυτές επισημαίνουν ότι το τρέχον κύμα διαμαρτυριών, που ξεκίνησε από οικονομικά αιτήματα και μετατράπηκε σε συνολική αμφισβήτηση του καθεστώτος, συνιστά τη βαθύτερη πολιτική δοκιμασία των τελευταίων δεκαετιών.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας χώρας σε παρατεταμένη αναταραχή, με το κράτος να επιλέγει τη σκληρή καταστολή για να διατηρήσει τον έλεγχο, την κοινωνία να πληρώνει βαρύ ανθρώπινο κόστος και τη διεθνή κοινότητα να παρακολουθεί με ανησυχία την προοπτική περαιτέρω κλιμάκωσης.