Το Ιράν φαίνεται να ακολουθεί εκ νέου τακτική καθυστερήσεων στις διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες για μια συνολική συμφωνία που θα οδηγήσει στον τερματισμό του πολέμου. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, στις επαφές που πραγματοποιήθηκαν αυτή την εβδομάδα στη Ντόχα, αλλά και μέσω έμμεσων μηνυμάτων μεταξύ των δύο πλευρών, η Τεχεράνη αρνήθηκε να προχωρήσει άμεσα σε ευρείες διαπραγματεύσεις για μια τελική συμφωνία.
Όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, οι συνομιλίες αναμένεται να επανεκκινήσουν στις 18 Ιουλίου, ενώ το Ιράν επιμένει ότι αυτές θα περιοριστούν σε «τεχνικό επίπεδο», με αντικείμενο κυρίως το πυρηνικό πρόγραμμα και τα οικονομικά ζητήματα που σχετίζονται με την αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων.
Οι Αμερικανοί απεσταλμένοι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ φέρονται να ζήτησαν την έναρξη συνομιλιών υψηλού επιπέδου, είτε στην Ευρώπη είτε στο Ισλαμαμπάντ, προκειμένου να επιταχυνθεί η επίτευξη συμφωνίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η ιρανική πλευρά επικαλέστηκε το πένθος και τις προετοιμασίες για την κηδεία του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, σκοτώθηκε σε ισραηλινό πλήγμα κατά την έναρξη του πολέμου.
Η στάση της Τεχεράνης θεωρείται από αμερικανικούς κύκλους ως ακόμη ένα επεισόδιο έντασης στις σχέσεις των δύο χωρών. Ενδεικτική θεωρείται η ακύρωση συνάντησης μεταξύ των Αμερικανών απεσταλμένων και του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στη Ντόχα. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Αραγτσί ενημέρωσε την τελευταία στιγμή ότι η συνάντηση δεν θα γίνει, ενώ απέδωσε την εξέλιξη στις πιέσεις των Φρουρών της Επανάστασης, οι οποίοι αντιδρούν σε επαφές με τις ΗΠΑ μετά τη δολοφονία της ηγεσίας τους.
Την ίδια ώρα, στην Τεχεράνη επικρατεί οργή για δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο επαναφοράς στρατιωτικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και σε γενικευμένη ανάφλεξη στην περιοχή.
Παράλληλα, εντός της αμερικανικής κυβέρνησης εντείνεται η κριτική για τη μη εφαρμογή του μνημονίου κατανόησης με το Ιράν. Αμερικανοί αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχία ότι η χαλάρωση των κυρώσεων και η άρση του ναυτικού αποκλεισμού επιτρέπουν στην Τεχεράνη να αυξάνει σημαντικά τις εξαγωγές πετρελαίου, εξασφαλίζοντας έσοδα δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία – σύμφωνα με τις ίδιες πηγές – ενισχύουν οικονομικά τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Η αναβολή των συνομιλιών περιορίζει σημαντικά τις πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας εντός 60 ημερών, ενώ πλέον θεωρείται πιθανό να τεθεί ζήτημα παράτασης της προθεσμίας. Παράλληλα, σύμφωνα με αναλυτές, το Ιράν επιχειρεί να ανασυγκροτήσει τόσο τις στρατιωτικές του δυνατότητες όσο και τα οικονομικά αποθέματα που απαιτούνται για ενδεχόμενη συνέχιση της σύγκρουσης. Σε μεγάλο μέρος των ιρανικών μέσων ενημέρωσης κυριαρχεί η εκτίμηση ότι η πολεμική αντιπαράθεση θα επανέλθει αργά ή γρήγορα.