Ένα κύμα ελπίδας και απόγνωσης έχει κατακλύσει τον οικισμό Σπρινγκς, ανατολικά του Γιοχάνεσμπουργκ, καθώς μια φήμη για τον εντοπισμό ψηγμάτων χρυσού σε έναν παλιό στάβλο οδήγησε δεκάδες κατοίκους σε μια παράνομη και επικίνδυνη αναζήτηση πλούτου.
Η εικόνα δεκάδων ανθρώπων με αξίνες και φτυάρια να κοσκινίζουν το χώμα αναβιώνει ιστορικές μνήμες από τη δημιουργία της οικονομικής πρωτεύουσας της χώρας πριν από έναν αιώνα, όμως αυτή τη φορά η δραστηριότητα διεξάγεται υπό το βάρος της ακραίας φτώχειας και της παρανομίας.
Το Σπρινγκς, παλιά ακμάζουσα πόλη εξόρυξης, περιβάλλεται πλέον από υποβαθμισμένες συνοικίες όπου διαμένουν κυρίως μετανάστες. Οι σύγχρονοι χρυσωρύχοι, πολλοί από τους οποίους κατάγονται από το γειτονικό Λεσότο, παραδέχονται ότι πωλούν το μέταλλο στη μαύρη αγορά για να επιβιώσουν, καθώς ένα γραμμάριο χρυσού αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο του μηνιαίου κατώτατου μισθού της χώρας. Η κατάσταση λαμβάνει δραματικές διαστάσεις καθώς μετά το σχολείο, μικρά παιδιά εντάσσονται στις εκσκαφές για να βοηθήσουν τους γονείς τους, παρά τις προειδοποιήσεις για την αστάθεια του εδάφους.
Η χρήση τοξικών ουσιών, όπως ο υδράργυρος και το κυάνιο, για τον διαχωρισμό του χρυσού αποτελεί μια «ωρολογιακή βόμβα» για την υγεία και το περιβάλλον. Το Υπουργείο Ορυκτών Πόρων καταδίκασε τη δραστηριότητα ως παράνομη, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο καθιζήσεων και απώλειας ζωής. Παρόλο που ο πρόεδρος Σίριλ Ραμαφόσα ανακοίνωσε την εμπλοκή του στρατού για την πάταξη των εγκληματικών συμμοριών στις παράνομες εξορύξεις, οι κάτοικοι του Σπρινγκς ζητούν νομιμοποίηση και άδειες, τονίζοντας ότι το σκάψιμο στις λάσπες είναι ο μόνος τρόπος να βάλουν φαγητό στο τραπέζι τους.