Μια ψύχραιμη και ρεαλιστική οπτική, μακριά από τις συνήθεις εκατέρωθεν πολεμικές ιαχές, αναδεικνύουν κύκλοι στο Ισραήλ με βαθιά γνώση των σχέσεων της χώρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αναλύοντας τη νέα προσωρινή συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και του Ιράν.
Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στους σκληρούς πολιτικούς και οικονομικούς συσχετισμούς που καθορίζουν τις αποφάσεις του Αμερικανού Προέδρου.
Ο εκλογικός παράγοντας και ο φόβος της ενεργειακής κρίσης
Στο επίκεντρο των αποφάσεων του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκονται οι κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο που θα διεξαχθούν σε περίπου τέσσερις μήνες, το φθινόπωρο του 2026. Για τον Αμερικανό Πρόεδρο, το διακύβευμα είναι υπαρξιακό: αν οι Ρεπουμπλικάνοι χάσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο ίδιος κινδυνεύει με αλλεπάλληλες έρευνες και μια τρίτη πρόταση μομφής (impeachment).
Αν και οι ΗΠΑ είχαν τη δυνατότητα είτε για μια χερσαία επιχείρηση απομάκρυνσης του ιρανικού ουρανίου είτε για ένα ολοκληρωτικό πλήγμα στις ενεργειακές υποδομές της Τεχεράνης, ο Τραμπ επέλεξε τη διπλωματία. Ο λόγος είναι ότι μια ιρανική απάντηση θα εκτίνασσε την τιμή του πετρελαίου στα 200 δολάρια το βαρέλι και τη βενζίνη στα 6 δολάρια το γαλόνι στις ΗΠΑ.
Αυτό το κύμα πληθωρισμού θα σήμαινε σχεδόν βέβαιη εκλογική ήττα για το κόμμα του πριν από τον Νοέμβριο. Έτσι, προτιμήθηκε μια συμφωνία που επικεντρώνεται στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, προσφέροντας στο Ιράν μόνο προσωρινή και μερική χαλάρωση των κυρώσεων, γεγονός που αφήνει την οικονομική πίεση σχεδόν ανέπαφη, ενώ απαλλάσσει άμεσα τις ΗΠΑ από το γεωπολιτικό ρίσκο.
Η σύγκρουση συμφερόντων Τραμπ - Νετανιάχου
Η εξέλιξη αυτή φέρνει στην επιφάνεια μια βαθιά σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, καθώς και οι δύο αντιμετωπίζουν εκλογικές αναμετρήσεις το φθινόπωρο. Ο μεν Τραμπ χρειαζόταν τη συμφωνία για να διατηρήσει τις πιθανότητες νίκης του, ο δε Νετανιάχου χρειαζόταν την αποφυγή της για τον ίδιο ακριβώς λόγο.
Παρά τις ανησυχίες της Μοσάντ ότι η συμφωνία μπορεί να δώσει ανάσα στο ιρανικό καθεστώς, ανώτατες ισραηλινές πηγές εμφανίζονται πιο αισιόδοξες.
Επισημαίνουν ότι το Ιράν δεσμεύτηκε να παγώσει το πυρηνικό του πρόγραμμα —κάτι που δεν ίσχυε στην περίοδο «ούτε πόλεμος ούτε συμφωνία» που ακολούθησε την επιχείρηση «Lion’s Roar» τον Ιούνιο του 2025.
Επιπλέον, το Ισραήλ έχει υποβαθμίσει σημαντικά το οπλοστάσιο του Ιράν, μειώνοντας τους βαλλιστικούς του πυραύλους και καταστρέφοντας το σύστημα παραγωγής τους, η αποκατάσταση του οποίου θα απαιτήσει τρία έως πέντε χρόνια.
Παράλληλα, η χρήση του Iron Dome για την αναχαίτιση τέτοιων πυραύλων με πολύ χαμηλότερο κόστος (100.000 δολάρια αντί για εκατομμύρια) δίνει στο Ισραήλ στρατηγικό πλεονέκτημα χρόνου.
Το μέτωπο του Λιβάνου και η τακτική της σιωπής
Στο μέτωπο του Λιβάνου, ο ισραηλινός στρατός βρίσκεται βαθιά εντός της περιοχής. Η στρατηγική επιλογή για το Ισραήλ παραμένει η αποτροπή, καθώς καμία πλευρά δεν μπορεί να διαλύσει πλήρως τη Χεζμπολάχ χωρίς ολοκληρωτική κατάληψη του Λιβάνου ή κατάρρευση του Ιράν.
Οι αναλυτές συμβουλεύουν την κυβέρνηση Νετανιάχου να επιδείξει αυτοσυγκράτηση, να διατηρήσει το αμερικανικό «πράσινο φως» για στοχευμένες επιχειρήσεις κατά της στρατιωτικής ενίσχυσης της Χεζμπολάχ και να αποφύγει τη ρητορική αντιπαράθεση με τον Τραμπ και τον αντιπρόεδρό του, παρά τις πρόσφατες επικριτικές δηλώσεις τους κατά της ισραηλινής ηγεσίας.
Η «τέλεια καταιγίδα» στην εσωτερική πολιτική του Ισραήλ
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και το Λικούντ βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πολιτική κρίση, καθώς η συμφωνία των ΗΠΑ με το Ιράν αποδυναμώνει το βασικό προεκλογικό αφήγημα του Πρωθυπουργού. Την ίδια στιγμή, οι απώλειες στον Λίβανο και οι έντονες αντιδράσεις της υπερορθόδοξης κοινότητας, με αποκλεισμούς δρόμων και διαμαρτυρίες ενάντια στις συλλήψεις και τις κυρώσεις, προκαλούν τριγμούς.
Η απογοήτευση των υπερορθόδοξων ψηφοφόρων από τους πολιτικούς τους εκπροσώπους ενδέχεται να οδηγήσει σε κατακόρυφη πτώση της συμμετοχής τους στις εκλογές, γεγονός που θα στερήσει κρίσιμες έδρες από τη δεξιά συμμαχία.
Παράλληλα, διαφαίνεται μια πιθανή εκλογική διάσπαση ανάμεσα στις υπερορθόδοξες παρατάξεις (Λιθουανοί και Χασιδιστές), η οποία, αν και αποσκοπεί στη συσπείρωση των ψηφοφόρων τους λόγω της μεταξύ τους αντιπαλότητας, προσθέτει ακόμη έναν αστάθμητο παράγοντα στην ήδη τεταμένη πολιτική σκηνή της χώρας.