Σε κλίμα πολιτικής πόλωσης και ενόψει των βουλευτικών εκλογών που αναμένονται έως τα τέλη Οκτωβρίου, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου απηύθυνε έκκληση για τον σχηματισμό μελλοντικής κυβέρνησης «ευρείας σύνθεσης», προκαλώντας ωστόσο αρνητικές αντιδράσεις τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από συμμάχους του κυβερνητικού στρατοπέδου.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου το βράδυ του Σαββάτου, ο Νετανιάχου επιχείρησε να παρουσιάσει ως σημαντική διπλωματική επιτυχία τη συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ Ισραήλ, Λιβάνου και Ηνωμένων Πολιτειών, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί πλήγμα για την ιρανική επιρροή στον Λίβανο. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι οι ισραηλινές δυνάμεις θα παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε λιβανικά εδάφη έως ότου επιτευχθεί ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ.
Οι δηλώσεις του, ωστόσο, δεν έτυχαν θετικής ανταπόκρισης. Ο ηγέτης της κεντροαριστεράς Γιαΐρ Λαπίντ κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι αποδέχθηκε αποχώρηση του Ισραήλ από λιβανικά εδάφη χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα, επαναφέροντας παράλληλα την κριτική του για τον χειρισμό του πολέμου από την κυβέρνηση συνασπισμού.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, επισημαίνοντας ότι οι κάτοικοι του βόρειου Ισραήλ εξακολουθούν να αισθάνονται ανασφάλεια, παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις.
Σκληρή κριτική άσκησε και ο επικεφαλής του νεοσύστατου κεντροδεξιού κόμματος «Yashar», Γκάντι Άιζενκοτ, ο οποίος υποστήριξε ότι η πολιτική πορεία του Νετανιάχου έχει διχάσει την ισραηλινή κοινωνία. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις ευθύνες για τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου, στη διαχείριση του πολέμου, στις υποθέσεις διαφθοράς, αλλά και στις εξαιρέσεις στρατιωτικής θητείας για τους υπερορθόδοξους Εβραίους.
Από την πλευρά της Αριστεράς, ο ηγέτης του κόμματος «Δημοκράτες», Γιαΐρ Γκολάν, απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας με θρησκευόμενες ακροδεξιές παρατάξεις, ενώ ο ακροδεξιός υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ υποστήριξε ότι η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να διατηρήσει καθαρά δεξιό χαρακτήρα, περιορίζοντας τις πιθανές συνεργασίες στο Λικούντ και τα υπερορθόδοξα κόμματα.
Την ίδια στιγμή, ο Μπένι Γκαντς επανέφερε την πρότασή του για κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων κομμάτων, εξαιρώντας ωστόσο τα αραβικά μειονοτικά κόμματα και τις ακροδεξιές παρατάξεις. Παρά τις πρωτοβουλίες του, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το κόμμα του δυσκολεύεται να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική παρουσία.