Προειδοποίηση για αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης επιδημιών στη Βενεζουέλα απηύθυνε την Τρίτη (30/6) ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), μία εβδομάδα μετά τον καταστροφικό διπλό σεισμό που έπληξε τη χώρα, επισημαίνοντας παράλληλα ότι ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων και των αγνοουμένων ενδέχεται να είναι σημαντικά μεγαλύτερος από τον μέχρι σήμερα καταγεγραμμένο.
«Οι υπηρεσίες υγείας βρίσκονται υπό ακραία πίεση, με τις εγκαταστάσεις να λειτουργούν πέρα από τις δυνατότητές τους», δήλωσε από τη Γενεύη ο εκπρόσωπος του ΠΟΥ, Κρίστιαν Λίντμαϊερ, περιγράφοντας τη δύσκολη κατάσταση που επικρατεί στα νοσοκομεία λόγω της μαζικής εισροής τραυματιών.
Σύμφωνα με τον τελευταίο επίσημο απολογισμό που ανακοίνωσε ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης της Βενεζουέλας, Χόρχε Ροντρίγκες, οι νεκροί ανέρχονται σε 1.719 και οι τραυματίες σε 5.034, ενώ ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών εκτιμά ότι περίπου 50.000 άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούνται.
Φόβοι για εξάπλωση μεταδοτικών νοσημάτων
Ο ΠΟΥ προειδοποιεί ότι οι σοβαρές ζημιές στις υποδομές υγείας, ύδρευσης και αποχέτευσης, σε συνδυασμό με τον εκτοπισμό χιλιάδων πολιτών, δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν την εξάπλωση μεταδοτικών ασθενειών.
Μεταξύ των νοσημάτων που ενδέχεται να εμφανίσουν έξαρση περιλαμβάνονται η ιλαρά, η διφθερίτιδα και ο κοκκύτης, καθώς και ασθένειες που μεταδίδονται μέσω μολυσμένου νερού ή κουνουπιών, όπως ο κίτρινος πυρετός, ο δάγκειος πυρετός, ο ιός Ζίκα, ο ιός τσικουνγκούνια, ο ιός Οροπουτσέ και η ελονοσία.
Νοσοκομεία στα όρια των δυνατοτήτων τους
Σύμφωνα με τον Κρίστιαν Λίντμαϊερ, η προσωρινή πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, έχει ανακοινώσει ότι 38 νοσοκομεία έχουν υποστεί ζημιές από τον σεισμό.
Μέχρι τις 27 Ιουνίου, ο ΠΟΥ είχε συγκεντρώσει στοιχεία από 21 μονάδες υγείας στις περιοχές Καράκας, Λα Γκουάιρα, Μιράντα και Φαλκόν. Από αυτές, τρεις βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση, έξι λειτουργούν μερικώς λόγω σοβαρών ζημιών, ενώ οι υπόλοιπες συνεχίζουν να παρέχουν υπηρεσίες υπό ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες.
Οι πρώτες αξιολογήσεις καταγράφουν υπερπληρότητα στις νοσοκομειακές μονάδες, μεγάλες καθυστερήσεις σε χειρουργικές επεμβάσεις –ιδιαίτερα στην ορθοπεδική τραύματος και τη νευροχειρουργική–, ελλείψεις σε υλικά βιοασφάλειας και ιδιαίτερα αυξημένη πίεση στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.