Reuters: Το εκλογικό αδιέξοδο στο Ισραήλ περιπλέκει τα σχέδια του Τραμπ για Ιράν και Γάζα

 
Reuters: Το εκλογικό αδιέξοδο στο Ισραήλ περιπλέκει τα σχέδια του Τραμπ για Ιράν και Γάζα

Ενημερώθηκε: 28/10/26 - 20:17

Νέες δυσκολίες στη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή δημιουργεί το αμφίρροπο εκλογικό αποτέλεσμα στο Ισραήλ, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters. Παρότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διατηρεί το προβάδισμα, ο συνασπισμός του έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο παρατεταμένων διαπραγματεύσεων ή νέων εκλογών. Η αβεβαιότητα αυτή επηρεάζει άμεσα τους αμερικανικούς σχεδιασμούς για το Ιράν και τη Γάζα, σε μια περίοδο αυξανόμενων πολιτικών πιέσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Όπως επισημαίνει ο Ματ Σπετάλνικ σε ανάλυσή του για το Reuters, οι εκλογές της Τρίτης δεν ανέδειξαν σαφή νικητή, παρά τη δημόσια υποστήριξη που είχε προσφέρει ο Αμερικανός πρόεδρος στον Νετανιάχου.

Ο συνασπισμός δεξιών και ακροδεξιών κομμάτων του Ισραηλινού πρωθυπουργού εξασφάλισε τις περισσότερες έδρες στην Κνεσέτ, χωρίς όμως να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Την ίδια στιγμή, η αντίπαλη συμμαχία υπό τον πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, Γκάντι Άιζενκοτ, δεν φαίνεται να διαθέτει σαφή δρόμο προς τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Το αποτέλεσμα προμηνύει δύσκολες διαπραγματεύσεις, με τον Νετανιάχου να παραμένει υπηρεσιακός πρωθυπουργός και το ενδεχόμενο νέας προσφυγής στις κάλπες να μην αποκλείεται.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς πρόκειται για τις πρώτες ισραηλινές εκλογές μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν.

Ποια κυβέρνηση θα εξυπηρετούσε περισσότερο τον Τραμπ

Ο Νετανιάχου, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ, φαίνεται ότι κατάφερε να διατηρήσει ισχυρή πολιτική θέση, παρά τις απώλειες του συνασπισμού του.

Η σχέση του με τον Τραμπ χαρακτηρίζεται από στενή συνεργασία, αλλά και περιστασιακές εντάσεις. Είναι, άλλωστε, ο μοναδικός Ισραηλινός πρωθυπουργός με τον οποίο έχει συνεργαστεί ο Τραμπ κατά την άσκηση της αμερικανικής προεδρίας.

Αντίθετα, ο Άιζενκοτ, ο οποίος επιχείρησε να εμφανιστεί ως πολιτικός εκτός του παραδοσιακού κομματικού κατεστημένου, δεν είναι γνωστό να έχει συναντηθεί με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι μια ευρεία κυβέρνηση εθνικής ενότητας, με τον Νετανιάχου στην πρωθυπουργία, θα αποτελούσε ενδεχομένως την πιο εξυπηρετική επιλογή για την Ουάσιγκτον, καθώς θα εξασφάλιζε έναν σταθερό πολιτικό εταίρο.

Ωστόσο, κανένα από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα δεν έχει δείξει μέχρι στιγμής διάθεση να προχωρήσει σε τέτοια συνεργασία.

Ερωτηθείς την Τετάρτη από το Axios εάν σκοπεύει να παρέμβει υπέρ του σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Νετανιάχου, ο Τραμπ απάντησε ότι δεν το είχε σκεφτεί, προσθέτοντας: «Θα το εξετάσω».

«Η ισραηλινή πολιτική μπορεί να είναι περίπλοκη», σχολίασε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην σύμβουλος για θέματα Μέσης Ανατολής σε κυβερνήσεις Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών, επισημαίνοντας ότι η Ουάσιγκτον θα επιθυμούσε μεγαλύτερη πολιτική σαφήνεια στο Ισραήλ.

Το Ιράν και το ενδεχόμενο νέων αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων

Σύμφωνα με το Reuters, το σημαντικότερο ζήτημα για την αμερικανική κυβέρνηση είναι η επόμενη φάση της αντιπαράθεσης με το Ιράν.

Ο πόλεμος, που διαρκεί ήδη οκτώ μήνες, έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, αύξηση των τιμών της βενζίνης στις ΗΠΑ και επιδείνωση των ποσοστών αποδοχής του Τραμπ.

Οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειες αποκτούν ιδιαίτερο βάρος ενόψει των ενδιάμεσων αμερικανικών εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, στις οποίες οι Ρεπουμπλικανοί κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Στις 18 Οκτωβρίου, όταν εξέφρασε δημόσια τη στήριξή του στον Νετανιάχου, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι επιθυμούσε την παραμονή του στην εξουσία, ώστε να συμβάλει στην «ολοκλήρωση της δουλειάς» απέναντι στο Ιράν.

Μετά την ψηφοφορία, υποστήριξε ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός τα πήγε «πολύ καλά», αποδίδοντας μέρος της εκλογικής του ανάκαμψης στη δική του παρέμβαση.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αφήσει επανειλημμένα ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων κατά του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Παράλληλα, επικριτές του Νετανιάχου εκτιμούν ότι μια νέα στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τον ίδιο για την ενίσχυση της πολιτικής του θέσης.

Ο Τζόναθαν Πανίκοφ, πρώην ανώτερος αξιωματούχος των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών και νυν στέλεχος του Atlantic Council, εκτίμησε ότι οποιαδήποτε ισραηλινή κυβέρνηση πιθανότατα θα ακολουθούσε την Ουάσιγκτον σε περίπτωση απόφασης του Τραμπ για κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη.

«Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα υπάρξουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους σε αυτό το ζήτημα», ανέφερε.

Ωστόσο, οι σχέσεις Τραμπ και Νετανιάχου δεν υπήρξαν πάντοτε ανέφελες. Διαφωνίες είχαν προκύψει όταν ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε διατεθειμένος να εξετάσει παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, οι οποίες πλέον βρίσκονται σε αδιέξοδο.

Γάζα: Περιορισμένες οι προοπτικές αλλαγής πολιτικής

Η ανάλυση του Reuters επισημαίνει ότι, ανεξάρτητα από το ποιος θα σχηματίσει την επόμενη ισραηλινή κυβέρνηση, δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ουσιαστικής αλλαγής της πολιτικής απέναντι στους Παλαιστινίους.

Η προοπτική αυτή δυσχεραίνει την υπέρβαση του διπλωματικού αδιεξόδου μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, καθώς και την πλήρη εφαρμογή του σχεδίου Τραμπ για τη Γάζα.

Ο πόλεμος που ακολούθησε τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 έχει προκαλέσει τεράστιες καταστροφές στον παλαιστινιακό θύλακα και τον θάνατο δεκάδων χιλιάδων Παλαιστινίων.

Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν εκφράσει κατ' ιδίαν την απογοήτευσή τους για την αδιάλλακτη στάση του Νετανιάχου, ο οποίος επιμένει ότι η Χαμάς πρέπει να αφοπλιστεί πριν υπάρξει περαιτέρω πρόοδος.

Από την πλευρά του, ο Άιζενκοτ, ο οποίος έχασε έναν γιο και δύο ανιψιούς του στον πόλεμο της Γάζας, έχει επιχειρήσει να τοποθετηθεί πολιτικά στον χώρο του κέντρου, διατηρώντας ωστόσο σκληρή γραμμή σε ζητήματα ασφάλειας.

Όπως και ο Νετανιάχου, αντιτίθεται στην ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και υποστηρίζει την καταστροφή της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς.

Έχει, πάντως, δεσμευτεί ότι θα απομακρυνθεί από τη συνεργασία με τους ακροδεξιούς εταίρους του Νετανιάχου και ότι θα αντιμετωπίσει τη βία Ισραηλινών εποίκων εναντίον Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.

Η κυβέρνηση Νετανιάχου έχει κατηγορηθεί ότι ανέχεται τέτοιες επιθέσεις, προκαλώντας επικρίσεις ακόμη και από Αμερικανούς αξιωματούχους, οι οποίοι φοβούνται ότι η Δυτική Όχθη μπορεί να εξελιχθεί σε νέα εστία περιφερειακής έντασης.

Η διεθνής απομόνωση του Ισραήλ και οι πιέσεις στον Τραμπ

Ένα ακόμη πρόβλημα για την Ουάσιγκτον αποτελεί η αυξανόμενη διεθνής απομόνωση του Ισραήλ, σε συνδυασμό με τη μεταβολή των διαθέσεων στην αμερικανική κοινή γνώμη.

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου ενδέχεται να οδηγήσουν σε ενίσχυση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, αυξάνοντας την πίεση προς τον Τραμπ για αναθεώρηση πλευρών της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ισραήλ.

Δημοκρατικοί βουλευτές και γερουσιαστές έχουν περιορίσει τη στήριξή τους προς την ισραηλινή κυβέρνηση εξαιτίας του πολέμου στη Γάζα, ενώ ενδέχεται να ενισχυθούν οι πρωτοβουλίες για περιορισμό της στρατιωτικής βοήθειας και των παραδόσεων αμερικανικών όπλων, συνολικής αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Παράλληλα, η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς. Στο κίνημα MAGA του Τραμπ αυξάνονται οι επικριτικές φωνές απέναντι στο Ισραήλ, με ορισμένους υποστηρικτές του Αμερικανού προέδρου να θεωρούν ότι παρασύρθηκε σε μια στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ιράν, η οποία αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη από τις αρχικές εκτιμήσεις.

Η κριτική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Τραμπ είχε στηρίξει την προεκλογική του εκστρατεία στην υπόσχεση αποφυγής νέων αμερικανικών στρατιωτικών επεμβάσεων στο εξωτερικό.

Ήδη από τον Ιούνιο, σε συνέντευξή του στο Axios, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προειδοποιήσει τον Νετανιάχου για τη διεύρυνση της διεθνούς απομόνωσης του Ισραήλ.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η τάση δύσκολα θα αναστραφεί, ακόμη και αν οι μετεκλογικές διεργασίες οδηγήσουν σε αλλαγή κυβέρνησης.

Το πολιτικό αδιέξοδο στο Ισραήλ, επομένως, υπερβαίνει το ζήτημα της κυβερνητικής σταθερότητας. Συνδέεται άμεσα με τις επιλογές της Ουάσιγκτον για το Ιράν, το μέλλον της Γάζας και το αυξανόμενο πολιτικό κόστος της στενής αμερικανοϊσραηλινής συνεργασίας για τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ