Ιδιαίτερα βαριές πολιτικές και θεσμικές προεκτάσεις αποκτά στη Βρετανία η υπόθεση των μυστικών ηλεκτρονικών επικοινωνιών του Πίτερ Μάντελσον με τον Τζέφρι Επστιν, την περίοδο που ο πρώτος κατείχε κυβερνητικό αξίωμα. Οι αποκαλύψεις προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις, με τον πρώην πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν να μιλά ανοιχτά για πράξεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμη και «οικονομικό έγκλημα».
Ο Μπράουν δήλωσε ότι η ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών με τον καταδικασμένο Αμερικανό χρηματιστή συνιστά προδοσία θεμελιωδών αξιών της χώρας, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες ενέργειες θα μπορούσαν να έχουν σοβαρές συνέπειες για την οικονομία και τις αγορές. Οι τοποθετήσεις του ήρθαν μία ημέρα μετά την ανακοίνωση της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου ότι ολοκληρώθηκαν έρευνες σε δύο κατοικίες που συνδέονται με τον λόρδο Μάντελσον, στο πλαίσιο καταγγελιών για διαρροή ευαίσθητων κυβερνητικών πληροφοριών.
Σύμφωνα με την αστυνομία, οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν έπειτα από ισχυρισμούς για ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσιο αξίωμα και κατάχρηση εμπιστευτικών στοιχείων. Η ποινική διερεύνηση ξεκίνησε μετά από υποψίες ότι ο πρώην υπουργός Εργασίας και Επιχειρήσεων παρείχε κρίσιμες πληροφορίες στον Επστάιν, την περίοδο που η Βρετανία βρισκόταν στο επίκεντρο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Υπό το βάρος των αποκαλύψεων, ο Μάντελσον παραιτήθηκε τόσο από το Εργατικό Κόμμα όσο και από τη Βουλή των Λόρδων. Αν και είχε εκφράσει τη μεταμέλειά του για τη σχέση του με τον Επστάιν, ζητώντας δημόσια συγγνώμη από τα θύματα, οι νέες πληροφορίες κλόνισαν σοβαρά την κυβέρνηση Στάρμερ. Και αυτό διότι ο σημερινός πρωθυπουργός είχε διορίσει τον Μάντελσον πρέσβη του Ηνωμένου Βασιλείου στις ΗΠΑ το 2024, παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις του με τον Επστάιν ήταν ήδη γνωστές.
Ο διορισμός αυτός έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό των Εργατικών, με βουλευτές να ασκούν ασφυκτική πίεση στον Κιρ Στάρμερ και ορισμένους να θέτουν ευθέως ζήτημα πολιτικής ευθύνης ή ακόμη και παραίτησης. Σύμφωνα με δημοσιεύματα βρετανικών εφημερίδων, το θέμα απειλεί πλέον τη συνοχή της κυβέρνησης.
Τα έγγραφα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι, το 2008, ο Μάντελσον συζητούσε με τον Επστάιν σχέδια της βρετανικής κυβέρνησης για τη φορολόγηση των μπόνους των τραπεζιτών, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι του διοχέτευσε πληροφορίες ικανές να επηρεάσουν τις αγορές. Το ενδεχόμενο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό, καθώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε κερδοσκοπικές κινήσεις και να προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημιά.
Ο ίδιος ο Στάρμερ παραδέχθηκε στη Βουλή ότι γνώριζε τη φιλία Μάντελσον–Επστάιν, ωστόσο τόνισε πως αισθάνεται προδομένος. Από την πλευρά του, ο Γκόρντον Μπράουν περιέγραψε την υπόθεση ως σοκ, εκφράζοντας οργή και απογοήτευση, ενώ επανέλαβε ότι η διαρροή απόρρητων οικονομικών πληροφοριών θα μπορούσε να είχε θέσει σε κίνδυνο τη χώρα και το νόμισμα.
Παρά τη σκληρή κριτική του, ο Μπράουν υπερασπίστηκε τον Στάρμερ, λέγοντας ότι και οι δύο παραπλανήθηκαν από τον Μάντελσον. Παράλληλα, ζήτησε άμεσες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της διαφθοράς, ειδικά στη Βουλή των Λόρδων, κάνοντας λόγο για ανάγκη διαφάνειας και κάθαρσης.
Η Μητροπολιτική Αστυνομία επιβεβαίωσε ότι οι έρευνες σε ακίνητα στο Λονδίνο και στο Γουίλσιρ ολοκληρώθηκαν χωρίς συλλήψεις, σημειώνοντας ωστόσο ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα σύνθετη υπόθεση, η οποία απαιτεί χρόνο και ενδελεχή ανάλυση των στοιχείων. Το σκάνδαλο, πάντως, παραμένει ανοιχτό και συνεχίζει να προκαλεί ισχυρούς πολιτικούς τριγμούς στη Βρετανία.