Νέα εστία έντασης στο εσωτερικό της Βόρειας Μακεδονίας πυροδότησαν δύο διαδοχικά περιστατικά, επαναφέροντας στο προσκήνιο τα βαθιά ριζωμένα ζητήματα ταυτότητας και τη δύσκολη συμβίωση των εθνοτικών ομάδων. Μέσα σε λίγες ώρες, η γλώσσα και τα εθνικά σύμβολα έγιναν το πεδίο μιας έντονης πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης.
Το «μπλόκο» στην αλβανική γλώσσα και η αποχώρηση των δημοσιογράφων
Στο Τέτοβο, μια πόλη με κυρίαρχο το αλβανικό στοιχείο, η υπουργός Παιδείας, Βέσνα Γιανέβσκα, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων όταν αρνήθηκε τη χρήση διερμηνέα σε εκδήλωση για την ανώτατη εκπαίδευση. Η υπουργός αξίωσε οι δηλώσεις να γίνονται αποκλειστικά στη «μακεδονική» γλώσσα, χαρακτηρίζοντάς την ως τη μόνη επίσημη του κράτους.
Η στάση αυτή εξόργισε τους δημοσιογράφους, οι οποίοι σε μια κίνηση διαμαρτυρίας κατέβασαν τα μικρόφωνα και αποχώρησαν από την αίθουσα. Η αλβανική αντιπολίτευση (DUI) έσπευσε να καταδικάσει το γεγονός, υπενθυμίζοντας ότι η αλβανική γλώσσα είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και δεν αποτελεί μια δευτερεύουσα διάλεκτο «κοινότητας».
Η «μάχη» της καρφίτσας στο Κοινοβούλιο
Την ίδια στιγμή, το σκηνικό της αντιπαράθεσης μεταφέρθηκε στη Βουλή, σε ένα επεισόδιο με έντονο συμβολισμό ανάμεσα στον πρωθυπουργό Χρίστιαν Μίτσκοσκι και τον βουλευτή Ριάντ Σακίρι. Η παρατήρηση του πρωθυπουργού προς τον βουλευτή να φέρει στο πέτο του και την κρατική σημαία, πέρα από την αλβανική, οδήγησε σε έναν ιδιότυπο διάλογο. Ο Σακίρι, αφού εξήγησε πως η αλβανική σημαία ήταν δώρο του Έντι Ράμα, δέχθηκε να τοποθετήσει και το εθνικό σύμβολο της χώρας, το οποίο του προσέφερε επί τόπου ο Μίτσκοσκι.
Παρά την επιφανειακή εκτόνωση του περιστατικού στη Βουλή, τα γεγονότα αυτά αποδεικνύουν ότι οι πληγές γύρω από την εθνική ταυτότητα παραμένουν ανοιχτές.
Η γλώσσα και τα σύμβολα εξακολουθούν να αποτελούν το βασικό σημείο τριβής στην πολιτική καθημερινότητα των Σκοπίων, υπενθυμίζοντας ότι η οικοδόμηση ενός ενιαίου κρατικού αφηγήματος παραμένει μια εξαιρετικά σύνθετη και εύθραυστη διαδικασία.