Στα τέλη του 2025 ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν εμφανίστηκε βέβαιος ότι η Ρωσία κερδίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία, υποστηρίζοντας πως οι επιδιώξεις της Μόσχας περιορίζονται στην προάσπιση της σφαίρας επιρροής της. Ωστόσο, διαφορετική εικόνα παρουσιάζει ο επικεφαλής της βρετανικής MI6, Μπλεϊζ Μέτρεγουέλι, ο οποίος προειδοποιεί ότι η Ρωσία, ενισχυμένη από τις διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ που εμφανίζονται ευνοϊκές προς τη Μόσχα και από τη βραδύτητα της Ευρώπης, επιδιώκει την πλήρη υποταγή της Ουκρανίας.
Η απουσία απειλών περί χρήσης πυρηνικών όπλων από τον Πούτιν εκλαμβάνεται ως ένδειξη ότι δεν ανησυχεί πλέον για τη δυτική στήριξη προς το Κίεβο. Η στάση αυτή, ωστόσο, ενδέχεται να αλλάξει εάν η ουκρανική άρνηση παραχώρησης εδαφών συνδυαστεί με επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στη Ρωσία και μεταστροφή της κοινής γνώμης. Τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία βρίσκονται, στα τέλη του 2025, σε μια εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία, όπου μια αιφνίδια στρατιωτική κατάρρευση θα μπορούσε να μεταδοθεί ταχύτατα. Σε αυτό το πλαίσιο, το ΝΑΤΟ –που πλέον βασίζεται περισσότερο στο αγγλογαλλικό πυρηνικό αποτρεπτικό οπλοστάσιο– οφείλει να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο επαναφοράς των εκβιαστικών πυρηνικών απειλών της Μόσχας.
Τα πυρηνικά όπλα παραμένουν το ισχυρότερο στρατιωτικό μέσο, καθώς είναι δύσκολο να αναχαιτιστούν, προκαλούν τεράστιες καταστροφές και έχουν σχετικά χαμηλό κόστος σε σχέση με το αποτέλεσμά τους. Παρά τις αδυναμίες που έχει επιδείξει ο ρωσικός στρατός, η χρήση τακτικών πυρηνικών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καθοριστικός πολλαπλασιαστής ισχύος υπέρ της Ρωσίας. Οι ασκήσεις που φέρονται να διεξάγουν ρωσικές δυνάμεις στη Λευκορωσία, με μεταφορά πυρηνικών κεφαλών και εκπαιδεύσεις απολύμανσης, αποτελούν το ελάχιστο επίπεδο προετοιμασίας για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Αναλυτές περιγράφουν δύο βασικά μοντέλα τακτικού πυρηνικού πολέμου. Το πρώτο, σοβιετικής έμπνευσης, βασίζεται στην καταστροφή ισχυρών σημείων άμυνας με πυρηνικά πλήγματα και στη συνέχεια σε ταχεία εκμετάλλευση του ρήγματος με μηχανοκίνητες δυνάμεις. Ωστόσο, ο σημερινός ρωσικός στρατός δεν διαθέτει πλέον τις δυνατότητες συντονισμού και συνοχής που απαιτεί ένα τέτοιο δόγμα. Σε περίπτωση πυρηνικής αντεπίθεσης του ΝΑΤΟ, μεγάλες ρωσικές συγκεντρώσεις δυνάμεων θα κινδύνευαν να διαλυθούν, με σοβαρά πλήγματα σε εφοδιασμό, καύσιμα και διοίκηση.
Το δεύτερο σενάριο, πιο κοντά στις πραγματικές ρωσικές δυνατότητες, αφορά έναν στατικό πυρηνικό βομβαρδισμό από απόσταση. Σε αυτή την περίπτωση, θα εξελισσόταν ένας διαρκής «πυρηνικός πόλεμος πυροβολικού», με εκατέρωθεν προσπάθειες εντοπισμού και καταστροφής εκτοξευτών και αεροσκαφών. Η εκτεταμένη χρήση παραπλάνησης και ψευδών στόχων θα οδηγούσε σε σπατάλη μεγάλου μέρους των πυρηνικών κεφαλών, με μόνο ένα μικρό ποσοστό να πλήττει τελικά τους πραγματικούς στόχους.
Το σημερινό πεδίο μάχης στην Ουκρανία, με εκτεταμένα χαρακώματα, ισχυρή επιτήρηση από drones και περιορισμένη κινητικότητα, θυμίζει σε πολλά σημεία τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αυτό το περιβάλλον, τα πυρηνικά όπλα δεν θα έφερναν απαραίτητα ταχεία νίκη, αλλά θα ενίσχυαν τη ρωσική στρατηγική φθοράς, προκαλώντας χάος στις υποδομές, τα οχήματα και τις γραμμές ανεφοδιασμού.
Ένα κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Ρωσία διαθέτει περιορισμένο αριθμό τακτικών πυρηνικών κεφαλών. Με έναν υψηλό ρυθμό χρήσης ή καταστροφής τους, το απόθεμα θα μπορούσε να εξαντληθεί μέσα σε λίγους μήνες, χωρίς να έχει επιτευχθεί αποφασιστικό στρατηγικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, ούτε η Ρωσία ούτε οι ΗΠΑ διαθέτουν σήμερα τη βιομηχανική ετοιμότητα για μαζική αναπλήρωση πυρηνικών όπλων, όπως κατά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Ιστορικά παραδείγματα δείχνουν ότι οι πόλεμοι συχνά καθοδηγούνται από λανθασμένες εκτιμήσεις και πολιτική απελπισία. Υπό αυτή την έννοια, υπάρχει ο κίνδυνος ο Πούτιν, μπροστά στη σταδιακή εξάντληση των επιλογών του, να επιλέξει κλιμάκωση, ακόμη και με πλήγματα κατά πόλεων εκτός Ευρώπης. Η αποτελεσματικότερη αποτροπή, σύμφωνα με τους αναλυτές, θα ήταν μια σαφής και δημόσια δέσμευση του ΝΑΤΟ ότι θα απαντήσει ισότιμα σε κάθε χρήση πυρηνικών, δείχνοντας πως διαθέτει κυριαρχία κλιμάκωσης σε κάθε πιθανό σενάριο.