Με τη συμφωνία New START –την τελευταία εναπομείνασα συνθήκη πυρηνικού ελέγχου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας– να εκπνέει στις 5 Φεβρουαρίου, το μέλλον της διεθνούς πυρηνικής ασφάλειας μοιάζει πιο αβέβαιο από ποτέ. Η απουσία διαλόγου για τη σύναψη μιας νέας συμφωνίας ενισχύει τους φόβους για ανεξέλεγκτη κλιμάκωση των εξοπλισμών.
Όπως επισημαίνει το Reuters, ακόμη και στις πιο τεταμένες περιόδους του Ψυχρού Πολέμου, Ουάσιγκτον και Μόσχα διατηρούσαν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, καταλήγοντας σε συνθήκες που περιόριζαν τα πυρηνικά τους οπλοστάσια και δημιουργούσαν ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο. Σήμερα, ωστόσο, δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία ουσιαστική συζήτηση για τη διαδοχή της New START.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν πρότεινε την παράταση της συμφωνίας για ακόμη έναν χρόνο. Η πρόταση αυτή, που διατηρεί το ανώτατο όριο των 1.550 ανεπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών ανά πλευρά και προβλέπει μηχανισμούς επιθεώρησης, παραμένει αναπάντητη από τον Αμερικανό πρόεδρο, ενώ οι ειδικοί εμφανίζονται διχασμένοι ως προς το αν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή.
Η καθυστέρηση ερμηνεύεται αφενός ως ένδειξη ότι και οι δύο πλευρές επιθυμούν να διατηρήσουν έναν στοιχειώδη έλεγχο στα οπλοστάσιά τους, αφετέρου όμως δίνει στη Ρωσία περιθώριο να συνεχίσει την ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων εκτός του πλαισίου της συνθήκης, όπως οι πύραυλοι Burevestnik και οι πυρηνικές τορπίλες Poseidon. Παράλληλα, από το 2023 η Μόσχα φέρεται να αρνείται αμοιβαίες επιθεωρήσεις, στερώντας από την Ουάσιγκτον τη δυνατότητα επαλήθευσης της συμμόρφωσης.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι ενδεχόμενη αποδοχή της πρότασης Πούτιν θα έστελνε μήνυμα και προς την Κίνα, ότι οι ΗΠΑ δεν προτίθενται να ενισχύσουν το στρατηγικό τους πυρηνικό δυναμικό, την ώρα που το Πεκίνο αυξάνει ραγδαία το δικό του οπλοστάσιο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η Κίνα διαθέτει σήμερα περίπου 600 πυρηνικές κεφαλές και ενδέχεται να ξεπεράσει τις 1.000 έως το 2030.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα απορρίπτει τη συμμετοχή της σε τριμερείς διαπραγματεύσεις για τον πυρηνικό αφοπλισμό, χαρακτηρίζοντάς τες μη ρεαλιστικές, ενώ η Ρωσία θέτει ως όρο την ένταξη στο τραπέζι των συνομιλιών και των πυρηνικών δυνάμεων της Βρετανίας και της Γαλλίας – αξίωση που απορρίπτεται από τις δύο χώρες.
Ειδικοί εκτιμούν ότι η επίτευξη μιας νέας, πολυμερούς συμφωνίας είναι εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρα. Ως πιο άμεση λύση προκρίνεται η υιοθέτηση μέτρων μείωσης του κινδύνου ενός πυρηνικού επεισοδίου από λάθος ή ατύχημα, όπως η ενίσχυση των διαύλων επικοινωνίας. Σήμερα, μόνιμη γραμμή επικοινωνίας για πυρηνικές κρίσεις διαθέτουν μόνο ΗΠΑ και Ρωσία, ενώ η Ευρώπη στερείται αντίστοιχου μηχανισμού.
Όπως τονίζουν αναλυτές, η οικοδόμηση εμπιστοσύνης και η μείωση του κινδύνου αποτελούν την πιο άμεση προτεραιότητα, σε ένα περιβάλλον όπου η επόμενη συμφωνία ελέγχου των πυρηνικών όπλων προμηνύεται εξαιρετικά σύνθετη και δύσκολη.