Σε κατάσταση υγειονομικού συναγερμού βρίσκεται η Κεντρική Αφρική μετά την επίσημη επιβεβαίωση νέας έξαρσης του ιού Έμπολα στην επαρχία Ιτούρι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, μια περιοχή που ήδη δοκιμάζεται σκληρά από πολυετείς ένοπλες συγκρούσεις.
Τα Αφρικανικά Κέντρα για τον Έλεγχο και την Πρόληψη των Ασθενειών (Africa CDC) ανακοίνωσαν τη σύγκληση κατεπείγουσας συνάντησης υψηλού επιπέδου με τη συμμετοχή του Κονγκό, της Ουγκάντας, του Νότιου Σουδάν και διεθνών οργανισμών, με στόχο τη θωράκιση των συνόρων και τον συντονισμό των επιχειρήσεων ανάσχεσης της νόσου. Μέχρι στιγμής, έχουν καταγραφεί 246 ύποπτα κρούσματα και 65 θάνατοι, εκ των οποίων οι τέσσερις αφορούν εργαστηριακά επιβεβαιωμένες περιπτώσεις, με το επίκεντρο της επιδημίας να εντοπίζεται στις πόλεις Μονγκουάλου και Ρουαμπάρα.
Οι επιστήμονες που διενεργούν τις πρώτες εργαστηριακές αναλύσεις διευκρίνισαν ότι η παρούσα έξαρση δεν οφείλεται στο γνωστό στέλεχος του Ζαΐρ, ενώ συνεχίζονται οι διαδικασίες για τον πλήρη γενετικό χαρακτηρισμό του ιού.
Οι υγειονομικές αρχές εκφράζουν έντονη ανησυχία για τη δυναμική της διασποράς, καθώς ο αστικός ιστός των πληγεισών περιοχών, η υψηλή κινητικότητα των πολιτών και οι δραστηριότητες γύρω από τα τοπικά ορυχεία δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για τη γεωμετρική αύξηση των κρουσμάτων.
Ο άκρως μεταδοτικός αυτός αιμορραγικός πυρετός, που μεταδίδεται μέσω των σωματικών υγρών μετά από μια περίοδο επώασης έως και 21 ημερών, παραμένει εξαιρετικά επικίνδυνος παρά τις σύγχρονες θεραπευτικές μεθόδους, έχοντας κοστίσει τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους στην ήπειρο τις τελευταίες δεκαετίες.
Η τρέχουσα έξαρση αποτελεί το 17ο καταγεγραμμένο κύμα του ιού στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό από το 1976, όταν και ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά. Η διαχείριση της υγειονομικής αυτής κρίσης καθίσταται ακόμη πιο σύνθετη εξαιτίας του γεγονότος ότι το ανατολικό τμήμα της χώρας παραμένει βυθισμένο στο χάος και τη βία για περισσότερα από τριάντα χρόνια, γεγονός που δυσχεραίνει το έργο των ιατρικών ομάδων και των διεθνών ανθρωπιστικών οργανώσεων στο πεδίο.