Σε ιστορική καμπή βρίσκεται η Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Καναδά, καθώς η επικείμενη παραίτηση του Αρχιεπισκόπου κ. Σωτηρίου σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός εκκλησιαστικού κύκλου που διήρκεσε περισσότερο από μισό αιώνα.
Σύμφωνα με πληροφορίες του «Εθνικού Κήρυκα», ο 90χρονος ιεράρχης επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να μεταβεί στο Φανάρι για να συζητήσει τις λεπτομέρειες με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, με τις επίσημες εξελίξεις να αναμένονται εντός των πρώτων ημερών του Ιουλίου κατά τη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου.
Μια εμβληματική διακονία 52 ετών
Ο Αρχιεπίσκοπος Σωτήριος (κατά κόσμον Σωτήριος Αθανασούλας), με καταγωγή από τα Λεπιανά Άρτας, ταυτίστηκε απόλυτα με την οργάνωση του απόδημου Ελληνισμού στον Καναδά, όπου υπηρετεί αδιάλειπτα από το 1962.
Ανέλαβε καθήκοντα επισκόπου το 1974 και κατά τη διάρκεια της 52ετούς αρχιερατείας του κατάφερε να υπερτριπλασιάσει τις ενορίες της χώρας, αυξάνοντάς τις από 22 σε 75, ενώ παράλληλα ίδρυσε πλήθος δομών για τη νεολαία, την εκπαίδευση και την κοινωνική πρόνοια.
Οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας και το μοντέλο της Αυστραλίας
Η διαδοχή στην Αρχιεπισκοπή Καναδά ξεπερνά το επίπεδο της απλής αλλαγής προσώπου, καθώς η χώρα αποτελεί μια τεράστια γεωγραφική περιφέρεια με εκατοντάδες χιλιάδες πιστούς. Οι ανάγκες της Ομογένειας έχουν μεταβληθεί ριζικά, καθώς οι νεότερες γενιές ζουν σε ένα διαφορετικό πολιτισμικό και γλωσσικό περιβάλλον, καθιστώντας τα παλαιότερα διοικητικά εργαλεία ανεπαρκή.
Στο τραπέζι των συζητήσεων για την αναδιοργάνωση της Αρχιεπισκοπής βρίσκεται το διοικητικό μοντέλο της Αυστραλίας, η οποία απέκτησε Επαρχιακή Σύνοδο. Η θεσμοθέτηση ενός αντίστοιχου σχήματος στον Καναδά, με περιφερειακούς επισκόπους, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να γεφυρώσει τις τεράστιες αποστάσεις και να προσφέρει αποτελεσματικότερη ποιμαντική παρουσία. Το Φανάρι είχε ήδη κάνει ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση το 2020, εκλέγοντας τρεις βοηθούς επισκόπους μετά από σχετικό αίτημα.
Το διακύβευμα για το Φανάρι
Η απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τον Καναδά θεωρείται κομβικής σημασίας, καθώς θα αποτελέσει πυξίδα για τη διαχείριση των μεγάλων επαρχιών της Διασποράς στη νέα εποχή.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η επιλογή ενός έμπειρου και ικανού ιεράρχη, αλλά η διαμόρφωση ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου που θα επιτρέψει στην Εκκλησία να ανταποκριθεί στις ανάγκες του μέλλοντος, μετατρέποντας τη διαδοχή σε μια περίοδο ουσιαστικού επαναπροσδιορισμού.