Η Ελλάδα παραμένει και για το 2027 μεταξύ των κρατών-μελών που βρίσκονται υπό μεταναστευτική πίεση, σύμφωνα με τη δεύτερη ετήσια έκθεση της Κομισιόν για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης, που παρουσιάστηκε σήμερα στις Βρυξέλλες.
Παρά τη μείωση των παράτυπων διελεύσεων κατά 23% συνολικά, η χώρα δέχεται πιέσεις δυσανάλογες προς τον πληθυσμό και το ΑΕΠ της, ενώ ανησυχία προκαλεί η αύξηση των αφίξεων στην Κρήτη κατά 105%.
Την ίδια ώρα, η Κομισιόν αξιολογεί θετικά τους πρώτους μήνες εφαρμογής του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο στην Ελλάδα. Ο αρμόδιος επίτροπος Μάγκνους Μπρούνερ, σημείωσε ότι η Αθήνα «κάνει πολύ καλή δουλειά», αξιοποιώντας αποτελεσματικά τις νέες συνοριακές διαδικασίες και αυξάνοντας τις επιστροφές.
Όπως είπε, η Ελλάδα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαχείριση της μετανάστευσης στην Ευρώπη, παρότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις, κυρίως λόγω των ροών από τη Λιβύη. Επιβεβαίωσε επίσης ότι η χώρα θα έχει, όπως και πέρυσι, πρόσβαση στον ευρωπαϊκό μηχανισμό αλληλεγγύης.
Τα στοιχεία δείχνουν σύνθετη εικόνα. Από τον Ιούλιο του 2025 έως τον Ιούνιο του 2026 καταγράφηκαν στην Κρήτη περίπου 21.000 αφίξεις, σχεδόν οι μισές της χώρας. Οι παράτυπες διελεύσεις από τα χερσαία σύνορα με την Τουρκία αυξήθηκαν κατά 33%, ακόμη κι αν οι αφίξεις μέσω Ανατολικής Μεσογείου υποχώρησαν.
Σταθμισμένες με βάση τον πληθυσμό και το ΑΕΠ, η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο αριθμό παράτυπων διελεύσεων και αιτήσεων διεθνούς προστασίας στην Ε.Ε., και γι' αυτό παραμένει δικαιούχος ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Όπως ανέφερε Ευρωπαίος αξιωματούχος, παρά τη γενική βελτίωση, η χώρα συνεχίζει να βρίσκεται υπό δυσανάλογη πίεση.
Θετική είναι η αξιολόγηση και για τους νέους κανόνες που ορίζουν ποιο κράτος εξετάζει το άσυλο. Η Ελλάδα ανταποκρίνεται πλέον στα αιτήματα άλλων χωρών και έχουν γίνει οι πρώτες μεταφορές αιτούντων προς το ελληνικό έδαφος. Η έκθεση δεν περιλαμβάνει πάντως αποτίμηση των διμερών συμφωνιών με Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία και Βέλγιο για τις δευτερογενείς μετακινήσεις, οι οποίες συνδέονται με τα λεγόμενα responsibility offsets, δηλαδή την ανάληψη της εξέτασης αιτήσεων από άλλα κράτη αντί της επιστροφής των αιτούντων στην Ελλάδα.
Οι δευτερογενείς μετακινήσεις μειώθηκαν κατά 22% σε επίπεδο Ε.Ε. το 2025, αλλά η καταγραφή τους παραμένει δυσχερής και δεν δόθηκαν στοιχεία ειδικά για την Ελλάδα.
Οι αξιωματούχοι μίλησαν για «πολύ σημαντική πρόοδο», διευκρινίζοντας ότι η εφαρμογή θα συνεχίσει να παρακολουθείται.
Για κίνδυνο μεταναστευτικής κρίσης στην Κρήτη προειδοποίησε ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, μιλώντας το πρωί της Παρασκευής στον ANT1. Υποστήριξε ότι η Λιβύη δεν συνεργάζεται μετά την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου, το οποίο χαρακτήρισε παράνομο. Όπως ανέφερε, οι ροές αυξήθηκαν από τον Αύγουστο, κορυφώθηκαν τον Οκτώβριο και εντάθηκαν ακόμη περισσότερο τις τρεις πρώτες ημέρες του Νοεμβρίου, με 1.700 άτομα να φτάνουν σε αυτό το διάστημα. Απέδωσε το φαινόμενο στην ανικανότητα και τη διαφθορά του λιβυκού κράτους, αλλά και στο μνημόνιο.
Εκτός από την Ελλάδα, υπό πίεση χαρακτηρίζονται για το 2027 η Κύπρος, η Ιταλία και η Ισπανία, και έχουν έτσι πρόσβαση στον μηχανισμό αλληλεγγύης. Η περίπτωση της Ιταλίας διαφέρει: η Κομισιόν αναγνωρίζει πρόοδο, αλλά έχει επιφυλάξεις για την πλήρη εφαρμογή των κανόνων ευθύνης και την αποδοχή μεταφορών από άλλες χώρες.
Προς το παρόν η Ρώμη διατηρεί το δικαίωμα πρόσβασης, όμως αν διαπιστωθούν συστημικές ελλείψεις, τα άλλα κράτη-μέλη θα μπορούσαν να απαλλαγούν από τις δεσμεύσεις αλληλεγγύης προς αυτή. Τέτοια διαπίστωση δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα.
Η Ισπανία παραμένει στην κατηγορία λόγω της μαζικής εισόδου μεταναστών στη Θέουτα στις 30 και 31 Ιουλίου. Τα γεγονότα έγιναν μετά τη λήξη της περιόδου αναφοράς, όμως ο νέος κανονισμός επιτρέπει να συνεκτιμώνται σημαντικές μεταγενέστερες εξελίξεις. Χωρίς αυτά, η χώρα θα βρισκόταν στην κατηγορία του κινδύνου πίεσης. Η απόφαση έλαβε υπόψη και το γεγονός ότι οι περισσότεροι επέστρεψαν στο Μαρόκο μέσα σε περίπου δύο ημέρες.
Η σύνθεση του μηχανισμού αλληλεγγύης για το 2027 παραμένει υπό διαπραγμάτευση. Η πρόταση της Κομισιόν δεν έχει δημοσιοποιηθεί και το Συμβούλιο οφείλει να αποφασίσει έως το τέλος του έτους.
Στον πρώτο κύκλο χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα responsibility offsets, ενώ προβλέφθηκαν και οικονομικές συνεισφορές και άλλες μορφές στήριξης, με την τελική μορφή να εξαρτάται και από τις ανάγκες των χωρών που δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις.