Σημαντική απόφαση για την προστασία της πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς λόγω οφειλών προς το Δημόσιο εξέδωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ). Σύμφωνα με την κρίση του ΣΤ΄ Τμήματος, η οικογενειακή στέγη δεν μπορεί να οδηγείται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό όταν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που μπορούν να καλύψουν την οφειλή με λιγότερο επαχθή τρόπο.
Η απόφαση αφορά διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης χρεών που υπάγονται στον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), όπως οφειλές προς την Εφορία, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα ασφαλιστικά ταμεία και άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Το ΣτΕ έκρινε ότι η προστασία της οικογενειακής κατοικίας και η αρχή της αναλογικότητας περιορίζουν τη δυνατότητα της διοίκησης να επιλέγει ποια περιουσιακά στοιχεία θα κατασχέσει για την είσπραξη δημοσίων εσόδων.
Πότε δεν επιτρέπεται ο πλειστηριασμός της πρώτης κατοικίας
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η αναγκαστική εκποίηση κατοικίας στην οποία διαμένει ο οφειλέτης με την οικογένειά του δεν μπορεί να επιλέγεται όταν η απαίτηση του Δημοσίου είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί με άλλα, ηπιότερα μέτρα.
Καθοριστικό στοιχείο είναι η ύπαρξη άλλης περιουσίας που μπορεί πράγματι να αξιοποιηθεί για την κάλυψη των οφειλών.
Η απόφαση δεν θεσπίζει γενική και ανεπιφύλακτη απαγόρευση πλειστηριασμού κάθε πρώτης κατοικίας. Θέτει, ωστόσο, αυστηρές προϋποθέσεις για την επιλογή ενός μέτρου που μπορεί να στερήσει από τον οφειλέτη και την οικογένειά του τη στέγη τους.
Η διοίκηση οφείλει να αποδεικνύει ότι το συγκεκριμένο μέτρο είναι απολύτως αναγκαίο και ότι έχουν προηγουμένως εξεταστεί οι δυνατότητες είσπραξης της οφειλής με λιγότερο επαχθή μέσα.
Δυνατότητα ανακοπής και στο στάδιο του προγράμματος πλειστηριασμού
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κρίση του ΣτΕ σχετικά με τη δυνατότητα δικαστικής προσβολής των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.
Σύμφωνα με την απόφαση, ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή όχι μόνο κατά της αρχικής κατασχετήριας έκθεσης, αλλά και κατά του προγράμματος πλειστηριασμού.
Η δυνατότητα αυτή επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και της αναλογικότητας των μέτρων σε περισσότερα στάδια της διαδικασίας.
Μέχρι πρότινος, κατά την ερμηνεία που είχε γίνει δεκτή στη συγκεκριμένη διαφορά, η σχετική ανακοπή μπορούσε να ασκηθεί μόνο στο αρχικό στάδιο της κατάσχεσης.
Η υπόθεση με τη μεζονέτα στο Μοσχάτο
Αφορμή για την απόφαση αποτέλεσε υπόθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού μεζονέτας 162 τετραγωνικών μέτρων, πρώτου και δεύτερου ορόφου, στο Μοσχάτο.
Το ακίνητο ανήκε κατά 50% στον διευθύνοντα σύμβουλο ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας και κατά 50% στη σύζυγό του.
Ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά είχε εντάξει το ακίνητο σε πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού εξαιτίας ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο.
Ο διευθύνων σύμβουλος προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας την ακύρωση του προγράμματος πλειστηριασμού.
Το δικαστήριο έκανε δεκτή την ανακοπή του, κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη ενέργεια της διοίκησης παραβίαζε τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.
Γιατί απορρίφθηκε η προσφυγή του Δημοσίου
Το Δημόσιο άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.
Το Εφετείο έλαβε υπόψη ότι η μεζονέτα αποτελούσε τη μοναδική κύρια κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του, ενώ ο ίδιος διέθετε και άλλα ακίνητα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.
Έκρινε, επομένως, ότι ο πλειστηριασμός της οικογενειακής στέγης δεν αποτελούσε αναγκαίο μέτρο για την είσπραξη των χρεών, καθώς υπήρχαν δυνατότητες ικανοποίησης της απαίτησης του Δημοσίου με ηπιότερο τρόπο.
Από την πλευρά του, το Δημόσιο υποστήριξε ότι ο προϊστάμενος της ΔΟΥ είχε ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο ΚΕΔΕ να επιλέγει τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία θα επιβληθούν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, απέρριψε την αίτηση του Δημοσίου ως αβάσιμη.
ΣτΕ: Η κατοικία συνδέεται με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Στο σκεπτικό της απόφασης, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η κατοικία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ασφάλειας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικής και οικογενειακής ζωής.
Η προστασία της, σύμφωνα με το ΣτΕ, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας και συνδέεται με θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία το κράτος υποχρεούται να διασφαλίζει.
Το δικαστήριο επικαλείται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την υποχρέωση των κρατικών οργάνων να εγγυώνται την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει αυστηρό έλεγχο κάθε διοικητικού μέτρου που μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια της κατοικίας.
Όπως τονίζεται στην απόφαση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν «απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση» και ότι είχε προηγουμένως εξαντληθεί κάθε προσπάθεια επίτευξης του δημόσιου σκοπού με άλλα, κατάλληλα αλλά ηπιότερα μέσα.
Η απόφαση ενισχύει τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας των οφειλετών έναντι δυσανάλογων μέτρων αναγκαστικής είσπραξης, χωρίς να καταργεί τη δυνατότητα του Δημοσίου να προχωρά σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.