Σε πλήρη εξέλιξη παραμένουν οι επιχειρήσεις εντοπισμού αγνοουμένων στη θαλάσσια περιοχή ανοικτά της Χίου, μετά το πολύνεκρο ναυάγιο της Τρίτης που στοίχισε τη ζωή σε 15 μετανάστες και άφησε πίσω του δεκάδες τραυματίες.
Σύμφωνα με το υπουργείο Ναυτιλίας, στην εκτεταμένη επιχείρηση έρευνας και διάσωσης συμμετέχουν πλωτά μέσα του Λιμενικού, χερσαίες δυνάμεις καθώς και ελικόπτερο, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν προκύψει νέα ευρήματα.
Την ίδια ώρα, ενώπιον του ανακριτή αναμένεται να οδηγηθεί ο 31χρονος Μαροκινός που, κατά τις Αρχές, φέρεται να ήταν ο διακινητής των επιβαινόντων στο ταχύπλοο. Νοσηλεύεται φρουρούμενος με ελαφρά τραύματα και αρνείται τις κατηγορίες. Σε βάρος του έχει σχηματιστεί δικογραφία για διευκόλυνση παράνομης εισόδου, πρόκληση ναυαγίου και απείθεια, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη και Ένορκη Διοικητική Εξέταση για τις συνθήκες της τραγωδίας.
Στελέχη του Λιμενικού υποστηρίζουν ότι είχαν εντοπίσει το σκάφος και του έδωσαν εντολή αλλαγής πορείας, με τον χειριστή – όπως αναφέρουν – να προχωρά σε επικίνδυνους ελιγμούς πριν τη σύγκρουση. Στο πλαίσιο της έρευνας θα ληφθούν καταθέσεις και από επιζώντες.
Παράλληλα, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης γνωστοποίησε καταγγελία σύμφωνα με την οποία μέλη ΜΚΟ φέρονται να επιχείρησαν να επηρεάσουν διασωθέντες σε νοσοκομείο της Χίου, περιστατικό που – όπως ανέφερε – διαβιβάστηκε στην ΕΥΠ.
Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες από το σημείο της τραγωδίας. Διασώστες και δύτες κάνουν λόγο για εικόνες «πολέμου», περιγράφοντας σκάφος ημιβυθισμένο και δεκάδες νεκρούς. Η επιχείρηση περισυλλογής σορών διήρκεσε περίπου 45 λεπτά, με το υπερφορτωμένο φουσκωτό να μεταφέρει πολλαπλάσιο αριθμό επιβαινόντων από το επιτρεπόμενο όριο.
Δραματικές σκηνές εκτυλίχθηκαν και στο νοσοκομείο της Χίου, όπου γιατροί και νοσηλευτές διαχειρίστηκαν μαζικές εισαγωγές τραυματιών, ανάμεσά τους και παιδιά, ενώ καταγράφηκαν περιπτώσεις ασυνόδευτων ανηλίκων που αναζητούσαν τους γονείς τους.
Τέλος, επιβεβαιώθηκε ότι στο σκάφος του Λιμενικού δεν είχε ενεργοποιηθεί η θερμική κάμερα, με πηγές του Σώματος να αναφέρουν πως δεν κρίθηκε απαραίτητη η χρήση της, καθώς το ταχύπλοο είχε ήδη εντοπιστεί από χερσαία μέσα και με οπτική επαφή.