Ποιος ήταν ο Ετεοκλής, που οι μετεωρολογοι έδωσαν το όνομά του στο νέο κύμα κακοκαιρίας

 
Ποιος ήταν ο Ετεοκλής, που οι μετεωρολογοι έδωσαν το όνομά του στο νέο κύμα κακοκαιρίας

Ενημερώθηκε: 13/12/19 - 01:48

«Ετεοκλή» έχουν ονομάσει, αυτή τη φορά, οι μετεωρολογοι το νέο κύμα κακοκαιρίας, που διαδέχεται, με ένα μόνο 24ωρο διαφορά, την «Διδώ». Ποιος ήταν όμως σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ετεοκλής; (Στην φωτογραφία επάνω ανάγλυφο από ετρουσκική τεφροδόχο. Τα δύο αδέρφια, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης αλλητραυματίζονται θανάσιμα. Και τους δυο τους ακολουθούν οι Ερινύες κρατώντας πυρσούς, προμηνύοντας το θάνατό τους, Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο).

Καρπός της αιμομεικτικής σχέσης του Οιδίποδα και της Ιοκάστης ήταν ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Τα δύο αδέλφια δεν μπορούσαν παρά να έχουν κακή τύχη λόγω της κατάρας που βάραινε το γένος των Λαβδακιδών ή γιατί τους βάραινε η κατάρα του πατέρα τους να μην χαρούν την εξουσία και τα αγαθά τους, επειδή δεν του στάθηκαν στη δυστυχία του. Στην αρχή την εξουσία τής Θήβας τη πήρε ο θείος τους Κρέοντας, επειδή ήταν ανήλικα, στη συνέχεια όμως θέλησαν να την αναλάβουν αυτοί. Ο Απολλόδωρος (3.57-3.77) παραδίδει ως εξής την ιστορία τους:

3.57 Ο Ετεοκλής και o Πολυνείκης συνήψαν μια συμφωνία μεταξύ τους σχετικά με την άσκηση της εξουσίας, και αποφάσισαν να βασιλεύουν ο ένας μετά τον άλλον για ένα χρόνο. Κάποιοι λοιπόν αφηγούνται ότι πρώτος βασίλευσε ο Πολυνείκης και ότι παρέδωσε την εξουσία στο τέλος του χρόνου, άλλοι πάλι ισχυρίζονται ότι πρώτος βασίλεψε ο Ετεοκλής και ότι δεν θέλησε να παραδώσει τον θρόνο. Διωγμένος λοιπόν ο Πολυνείκης από τη Θήβα, κατέφυγε στο Άργος παίρνοντας μαζί του το περιδέραιο και το πέπλο [της Αρμονίας]. Τότε βασιλιάς του Άργους ήταν ο Άδραστος, ο γιος του Ταλαού· νύχτα πλησίασε ο Πολυνείκης στα ανάκτορά του και ήρθε στα χέρια με τον Τυδέα, τον γιο του Οινέα, εξόριστο από την Καλυδώνα. Και όπως ακούστηκαν άξαφνα φωνές φάνηκε ο Άδραστος και τους χώρισε· τότε θυμήθηκε κάποιο μάντη που του είχε πει ότι θα παντρέψει τις θυγατέρες του με κάπρο και λιοντάρι και τους πήρε και τους δυο για γαμπρούς του· γιατί πάνω στις ασπίδες τους είχαν ο ένας προτομή κάπρου, ο άλλος λιονταριού. Και ο μεν Τυδέας πήρε για γυναίκα του τη Δηιπύλη, ο δε Πολυνείκης την Αργείη, ενώ ο Άδραστος υποσχέθηκε και στους δύο να τους επαναφέρει στις πατρίδες τους. Και έσπευσε να εκστρατεύσει καταρχάς εναντίον των Θηβών και για τον σκοπό αυτό συγκέντρωνε τα παλικάρια.

3.60 Αλλά ο Αμφιάραος, ο γιος του Οϊκλέα, που ήταν μάντης και ήξερε ότι ήταν γραφτό όλοι όσοι συμμετάσχουν στην εκστρατεία να πεθάνουν εκτός από τον Άδραστο, δίσταζε να πάρει μέρος και απέτρεπε και τους υπόλοιπους. Και ο Πολυνείκης κατέφυγε στον Ίφι, τον γιο του Αλέκτορα, και ζητούσε να μάθει πώς ο Αμφιάραος θα εξαναγκαζόταν να εκστρατεύσει· και εκείνος του απάντησε ότι προϋπόθεση ήταν να πάρει το περιδέραιο η Εριφύλη. Ο Αμφιάραος λοιπόν απαγόρευσε στην Εριφύλη να δεχτεί δώρα από τον Πολυνείκη, ο Πολυνείκης όμως, αφού της έδωσε το περιδέραιο, απαιτούσε από αυτήν να πείσει τον Αμφιάραο να εκστρατεύσει. Γιατί ήταν στο χέρι της· γιατί, όταν κάποτε ανέκυψε μια διαφορά ανάμεσα σε αυτόν και τον Άδραστο και εκείνη τη διευθέτησε, ορκίστηκε σε μελλοντικές διαφορές με τον Άδραστο να βάλει την Εριφύλη κριτή. Όταν λοιπόν ήταν να γίνει η εκστρατεία εναντίον των Θηβών, και ο Άδραστος συνηγορούσε, ενώ ο Αμφιάραος ήταν αντίθετος, η Εριφύλη, αφού πήρε το περιδέραιο, τον έπεισε να εκστρατεύσει μαζί με τον Άδραστο. Και ο Αμφιάραος, εξαναγκασμένος πια να εκστρατεύσει, έδωσε εντολή στα παιδιά του, όταν ενηλικιωθούν να σκοτώσουν τη μητέρα τους και να εκστρατεύσουν εναντίον των Θηβών.

Και ο Άδραστος, αφού συγκέντρωσε στρατό με επτά αρχηγούς επικεφαλής, επιτάχυνε τον πόλεμο εναντίον των Θηβών. Και οι αρχηγοί ήταν οι εξής: ο γιος του Ταλαού Άδραστος, ο Αμφιάραος, γιος του Οϊκλή, ο Καπανέας, γιος του Ιππόνοου, ο Ιππομέδοντας, γιος του Αριστόμαχου, άλλοι πάλι λένε ότι ήταν του Ταλαού. Αυτοί ήταν από το Άργος, ενώ ο Πολυνείκης, ο γιος του Οιδίποδα από τη Θήβα, ο Τυδέας, γιος του Οινέα, από την Αιτωλία, ο Παρθενοπαίος, γιος του Μελανίωνα, από την Αρκαδία. Ορισμένοι δεν συμπεριλαμβάνουν τον Τυδέα και τον Πολυνείκη, ενώ συγκαταλέγουν τον γιο του Ίφι Ετέοκλο και τον Μηκιστέα.

[…] Όταν ήρθαν στον Κιθαιρώνα, έστειλαν τον Τυδέα να μηνύσει στον Ετεοκλή να παραδώσει την εξουσία στον Πολυνείκη, όπως είχαν συμφωνήσει. Αλλά ο Ετεοκλής αγνόησε το μήνυμα, και θέλοντας ο Τυδέας να δοκιμάσει τους Θηβαίους τους προκαλούσε έναν έναν σε μονομαχία και τους νίκησε όλους. Και αυτοί όπλισαν πενήντα άνδρες και του έστησαν ενέδρα την ώρα που αποχωρούσε· αλλά αυτός τους σκότωσε όλους, εκτός από τον Μαίονα [γιο, σύμφωνα με τη χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη «Αντιγόνη»] της Αντιγόνης και του Αίμονα· ύστερα γύρισε στο στρατόπεδο. Οι Αργείοι, αφού οπλίσθηκαν, πλησίασαν στα τείχη, και καθώς οι πύλες ήταν επτά, ο Άδραστος τοποθετήθηκε μπροστά στις Ομολωίδες, ο Καπανέας στις Ωγυγίες, ο Αμφιάραος στις Προιτίδες, ο Ιππομέδων στις Ογκαΐδες, ο Πολυνείκης στις Υψίστες, ο Παρθενοπαίος στις Ηλέκτρες, ο Τυδέας στις Κρηνίδες. Όπλισε και ο Ετεοκλής τους Θηβαίους, και αφού όρισε ισάριθμους αρχηγούς, τους παρέταξε αντίστοιχα· στη συνέχεια ζήτησε χρησμό πώς θα μπορέσει να νικήσει τους εχθρούς. Μάντης στους Θηβαίους ήταν ο Τειρεσίας, γιος του Εύρη και της νύμφης Χαρικλώς, από τη γενιά του Οιδαίου του Σπαρτού, που είχε χάσει το φως του. […] Στους Θηβαίους, λοιπόν, που τον ρώτησαν έδωσε χρησμό ότι θα νικήσουν αν ο Μενοικέας, ο γιος του Κρέοντα, προσφέρει τον εαυτό του θυσία στον Άρη. Μόλις τ' άκουσε αυτό ο γιος του Κρέοντα, ο Μενοικέας, σφάχτηκε με το ίδιο του το χέρι μπροστά στις πύλες. Στη μάχη που ακολούθησε, οι Καδμείοι εκδιώχθηκαν μέχρι τα τείχη, και ο Καπανέας άρπαξε μια σκάλα και άρχισε να σκαρφαλώνει στα τείχη, όμως ο Δίας τον κατακεραύνωσε. Ύστερα από αυτό οι Αργείοι τράπηκαν σε φυγή. Και επειδή οι απώλειες ήταν μεγάλες, αποφάσισαν και τα δύο στρατόπεδα να μονομαχήσουν ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης για τη βασιλεία, και σκοτώνονται και οι δυο. [ …]

Ο Κρέοντας, που παρέλαβε τη βασιλεία των Θηβαίων, πέταξε άταφους τους νεκρούς των Αργείων και αφού έβγαλε διακήρυξη κανένας να μην τους θάψει, τοποθέτησε φρουρά. Η Αντιγόνη όμως, μία από τις κόρες του Οιδίποδα, έκλεψε το σώμα του Πολυνείκη και το έθαψε κρυφά, αλλά την έπιασε ο ίδιος ο Κρέοντας και την έθαψε ζωντανή.

ΠΗΓΗ: greek-language.gr