Τρεις μήνες συμπληρώνονται από τις κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, με την κατάσταση στην περιοχή να παραμένει σε απόλυτο τέλμα.
Ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός και ο έλεγχος που διατηρεί η Τεχεράνη στα Στενά του Ορμούζ συνθέτουν ένα σκηνικό εύθραυστης ισορροπίας. Αναλυτές εκφράζουν φόβους ότι η παρατεταμένη ένταση, σε συνδυασμό με την απουσία υποχωρήσεων, αυξάνει κατακόρυφα τον κίνδυνο ενός εσφαλμένου υπολογισμού που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια νέα, γενικευμένη πολεμική σύγκρουση.
Στο εσωτερικό της Ουάσινγκτον και του Τελ Αβίβ πληθαίνουν οι εισηγήσεις για τη διεξαγωγή νέων στρατιωτικών πληγμάτων, με το επιχείρημα ότι η άσκηση επιπλέον πίεσης θα αναγκάσει την Τεχεράνη σε συνθηκολόγηση.
Ωστόσο, ο Ντάνι Σιτρινόβιτς, ανώτερος ερευνητής του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ και πρώην στέλεχος των στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών, προειδοποιεί ότι η στρατηγική αυτή έχει αποτύχει, καθώς το Ιράν δεν κάμπτεται, οδηγώντας την περιοχή σε έναν εξαντλητικό πόλεμο φθοράς.
Από την πλευρά τους, Ιρανοί αξιωματούχοι ξεκαθαρίζουν ότι το πυραυλικό και πυρηνικό τους πρόγραμμα, καθώς και η παρουσία τους στα Στενά του Ορμούζ, αποτελούν εγγύηση για την επιβίωση του καθεστώτος και δεν πρόκειται να θυσιαστούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Οι έμμεσες συνομιλίες που πραγματοποιούνται μέσω του Πακιστάν δεν παρουσιάζουν καμία πρόοδο λόγω του χάσματος ανάμεσα στις δύο πλευρές. Οι ΗΠΑ αξιώνουν την εικοσαετή διακοπή του εμπλουτισμού ουρανίου και τη μεταφορά των ιρανικών αποθεμάτων σε αμερικανικό έδαφος.
Αντίθετα, η Τεχεράνη ζητά τον τερματισμό των επιθέσεων, εγγυήσεις ασφαλείας, πολεμικές αποζημιώσεις και αναγνώριση του ρόλου της στα Στενά του Ορμούζ, όρους τους οποίους η Ουάσινγκτον απορρίπτει κατηγορηματικά.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε ότι τα περιθώρια στενεύουν, ενώ ο Αλί Βαέζ από το International Crisis Group επισημαίνει ότι καμία πλευρά δεν προχωρά σε υποχωρήσεις, θεωρώντας ότι ο χρόνος κυλά υπέρ της.
Το επίκεντρο της κρίσης εντοπίζεται στα Στενά του Ορμούζ, από όπου προπολεμικά διερχόταν το 25% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και το 20% του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Το σχεδόν ολοκληρωτικό πάγωμα της ναυσιπλοΐας προκαλεί τριγμούς στην παγκόσμια οικονομία και τον εφοδιασμό.
Ο πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Άλαν Έιρ, εκτιμά ότι ο Τραμπ δεν επιδιώκει απλώς μια διπλωματική επιτυχία αλλά την πλήρη υποταγή του Ιράν, γεγονός που καθιστά μια συμφωνία σχεδόν ανέφικτη.
Παρά τη σκληρή ρητορική, το Ιράν πιέζεται από τη ραγδαία επιδείνωση της οικονομίας του, τον πληθωρισμό και την ανεργία. Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στην Τεχεράνη, η ισλαμική δημοκρατία θα επιθυμούσε μια ενδιάμεση συμφωνία που θα επέτρεπε την άρση του αποκλεισμού και το άνοιγμα των Στενών υπό δική της επιτήρηση, μεταθέτοντας τα ακανθώδη ζητήματα των κυρώσεων και του πυρηνικού προγράμματος για το μέλλον.
Το Ιράν προτείνει επίσης τη μεταφορά μέρους του εμπλουτισμένου ουρανίου στη Ρωσία, μια λύση που οι ΗΠΑ προς το παρόν απορρίπτουν.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, δεν υφίσταται ρεαλιστική στρατιωτική διέξοδος για τον έλεγχο των Στενών χωρίς μια πολυδάπανη και μακροχρόνια χερσαία παρουσία των ΗΠΑ στο Ιράν. Ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην Αμερικανός διαπραγματευτής, θεωρεί ότι η διαχείριση της κρίσης θα αποτελέσει το απόλυτο τεστ για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ.
Παρά τα επιχειρησιακά οφέλη των προηγούμενων πληγμάτων, η στάση του Ιράν δεν έχει μεταβληθεί. Όπως καταλήγει ο Σιτρινόβιτς, το καθεστώς δεν ανατράπηκε, αλλά αντίθετα ριζοσπαστικοποιήθηκε, διατηρώντας παράλληλα το οπλοστάσιό του, γεγονός που καθιστά επικίνδυνη την όποια υποτίμηση της αντοχής του από την Ουάσινγκτον.