Ο Ντόναλντ Τραμπ προανήγγειλε ότι μέσα στον μήνα θα ανακοινώσει τον νέο πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ. Με αυτή την κίνηση, όμως, στερεύουν και τα περιθώρια μετακύλισης ευθυνών: από εδώ και πέρα, η πορεία της αμερικανικής οικονομίας θα ταυτιστεί πολιτικά με τον ίδιο, είτε αποδειχθεί επιτυχία είτε αποτυχία.
Κατά τον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ απέδιδε τα προβλήματα ακρίβειας και την πίεση στο κόστος ζωής σε δύο πρόσωπα: τον προκάτοχό του, Τζο Μπάιντεν, και τον επικεφαλής της Fed, Τζερόμ Πάουελ. Ωστόσο, αυτή η επιχειρηματολογία δείχνει να μην πείθει πλέον. Ο Μπάιντεν έχει αποχωρήσει από τον Λευκό Οίκο εδώ και έναν χρόνο, ενώ οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι στις πολιτικές Τραμπ.
Σε πρόσφατη έρευνα του CNN, το 61% των Αμερικανών δήλωσε ότι οι επιλογές του Τραμπ έχουν επιδεινώσει την οικονομική κατάσταση της χώρας, ποσοστό υψηλότερο από εκείνους που εξακολουθούν να αποδίδουν ευθύνες στην προηγούμενη κυβέρνηση.
Στο στόχαστρο του προέδρου παραμένει και ο Τζερόμ Πάουελ, τον οποίο ο ίδιος είχε επιλέξει το 2017. Ο Τραμπ τον κατηγορεί ότι διατηρεί τα επιτόκια σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα, εμποδίζοντας τη μείωση των στεγαστικών δανείων και την ανάκαμψη της αγοράς κατοικίας. Παρότι ο Πάουελ έχει παραδεχθεί καθυστερημένη αντίδραση στην άνοδο του πληθωρισμού τα προηγούμενα χρόνια, η αντικατάστασή του –με τη λήξη της θητείας του την άνοιξη– θα σημάνει ότι ο Τραμπ θα αναλάβει πλήρως την πολιτική «ιδιοκτησία» της οικονομίας.
Το στοίχημα είναι ριψοκίνδυνο. Ακόμη και αν ο νέος επικεφαλής της Fed κινηθεί προς χαμηλότερα επιτόκια, δεν είναι βέβαιο ότι αυτό θα λύσει το πρόβλημα της ακρίβειας. Οι μειώσεις επιτοκίων μπορεί να τονώσουν την απασχόληση και τις επενδύσεις, αλλά ταυτόχρονα εγκυμονούν τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού. Στην αγορά κατοικίας, ενδεχόμενη πτώση των στεγαστικών επιτοκίων θα ανακουφίσει ορισμένους αγοραστές, χωρίς όμως να αντιμετωπίσει τη βασική αιτία των υψηλών τιμών: την τεράστια έλλειψη προσφοράς κατοικιών.
Παράλληλα, οι δυνατότητες ενός προέδρου να ελέγξει μια οικονομία μεγέθους 30 τρισ. δολαρίων είναι περιορισμένες. Οι δασμοί έχουν αυξήσει το κόστος για τα νοικοκυριά, οι φορολογικές αλλαγές προσφέρουν ελαφρύνσεις αλλά και περικοπές κοινωνικών παροχών, ενώ οι δομικές αδυναμίες παραμένουν: επιβράδυνση στις προσλήψεις, άνοδος της ανεργίας, υποχώρηση της αύξησης μισθών και επίμονος πληθωρισμός.
Γι’ αυτό και το αισιόδοξο αφήγημα του Τραμπ περί «ανθούσας οικονομίας» δεν βρίσκει απήχηση σε πολλούς πολίτες που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν και τους ψηφοφόρους να κρίνουν με βάση το πορτοφόλι τους, το παιχνίδι επίρριψης ευθυνών δείχνει να φτάνει στο τέλος του – και η οικονομία να βαραίνει ολοένα περισσότερο τον ίδιο τον πρόεδρο.