Τα τελευταία 24ωρα το Ισραήλ επιλέγει συνειδητά να κρατήσει το Ιράν χαμηλά στον δημόσιο λόγο. Όχι επειδή η Τεχεράνη έπαψε να αποτελεί προτεραιότητα, αλλά ακριβώς επειδή η συγκυρία είναι εξαιρετικά εύθραυστη: οι διαδηλώσεις διευρύνονται, η καταστολή κλιμακώνεται με μεγαλύτερη αγριότητα και το καθεστώς βρίσκεται σε διαρκή επιφυλακή για κάθε εξωτερικό μήνυμα που μπορεί να αξιοποιήσει στην εσωτερική του προπαγάνδα.
Σύμφωνα με πολιτικές πηγές, το ισραηλινό σύστημα ασφαλείας ζήτησε από υπουργούς και αξιωματούχους να περιορίσουν τις δημόσιες τοποθετήσεις τους για τις διαδηλώσεις και την καταστολή. Η ανησυχία είναι σαφής: κάθε δήλωση μπορεί σε λίγα λεπτά να μετατραπεί σε εργαλείο προπαγάνδας, άλλοθι για σκληρότερα μέτρα ή ακόμη ένα επιχείρημα στον ισχυρισμό ότι «το Ισραήλ υποκινεί τον δρόμο».
Δεν επιβλήθηκε επίσημη φίμωση ούτε απόλυτη σιωπή. Υπήρξαν μεμονωμένες παρεκκλίσεις, όμως το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: αυτοσυγκράτηση, προσοχή και σχολαστική στάθμιση κάθε λέξης.
Τη Δευτέρα το βράδυ, αυτή η άτυπη γραμμή μετατράπηκε σε θεσμική πειθαρχία. Διανεμήθηκε επίσημο ενημερωτικό σημείωμα προς τους υπουργούς, ενώ την ίδια ημέρα συνεδρίασε το στενό κυβερνητικό σχήμα και προγραμματίστηκε νέα συνεδρίαση του πολιτικο-ασφαλείας υπουργικού συμβουλίου.
Η αλληλουχία – χαμηλοί τόνοι, περιορισμένες αποκλίσεις και στη συνέχεια επίσημο πλαίσιο και διαδοχικές συνεδριάσεις – λέει περισσότερα από κάθε δημόσια δήλωση. Το Ισραήλ αναπροσαρμόζει τη στάση του, δεν πανηγυρίζει.
Στην Ιερουσαλήμ δεν επικρατεί η εκτίμηση ότι το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης. Αντίθετα, η κυρίαρχη ανάλυση αναγνωρίζει την ικανότητά του να κερδίζει χρόνο, να απορροφά πιέσεις και να διατηρεί τον έλεγχο ακόμη και όταν εμφανίζονται ρωγμές.
Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο που προβληματίζει τους Ισραηλινούς αξιωματούχους: τα καθεστώτα υπό πίεση δεν αποδυναμώνονται κατ’ ανάγκη προς τα έξω. Συχνά αναζητούν εχθρούς. Η μετατροπή μιας κρίσης νομιμοποίησης σε εθνικιστικό αφήγημα μπορεί να γίνει γρήγορα, ακόμη και χωρίς μακρόπνοο σχεδιασμό – αρκεί ένα λάθος ή μια κίνηση επίδειξης ισχύος που ξεφεύγει από τον έλεγχο.
Σε αυτό το πλαίσιο, το επίσημο σημείωμα δεν λειτουργεί απλώς ως εργαλείο επικοινωνίας αλλά ως μηχανισμός πειθαρχίας. Από τη μία πλευρά, παρουσιάζει το ιρανικό καθεστώς ως κατασταλτικό και το Ισραήλ ως μέρος του «ελεύθερου κόσμου». Από την άλλη, υπογραμμίζει την αποτροπή: κάθε πλήγμα σε κυριαρχία ή αμάχους θα απαντηθεί αποφασιστικά.
Δεν πρόκειται για επιθετική διακήρυξη, αλλά για πλαίσιο αντίδρασης. Η αναφορά στις ζημιές που υπέστη το ιρανικό πυραυλικό και πυρηνικό πρόγραμμα στην επιχείρηση «Αμ Κελάβι» λειτουργεί ως διπλό μήνυμα: εσωτερικά, για να αποφευχθούν απρόσεκτες δηλώσεις· εξωτερικά, για να καταστεί σαφές στην Τεχεράνη ότι το Ισραήλ δεν αποφεύγει μια δοκιμασία ισχύος.
Εξίσου αποκαλυπτικό είναι ό,τι απουσιάζει: καμία έκκληση για ανατροπή του καθεστώτος, καμία απόπειρα να παρουσιαστούν οι διαδηλώσεις ως ισραηλινό σχέδιο. Αυτό δεν είναι ένδειξη ήπιας στάσης, αλλά συνειδητή στρατηγική επιλογή. Η Ιερουσαλήμ γνωρίζει ότι αν εμφανιστεί ως καθοδηγητής της ιρανικής κοινωνικής αναταραχής, προσφέρει στο καθεστώς το ιδανικό αφήγημα «εθνικής άμυνας».
Πάνω από όλα αυτά δεσπόζει ο ρόλος των ΗΠΑ. Η επαναφορά της κυβέρνησης Τραμπ στο προσκήνιο, με τον συνδυασμό δημόσιας πίεσης και αιφνίδιων αποφάσεων, υποχρεώνει το Ισραήλ σε λεπτή ισορροπία: πλήρη συντονισμό με την Ουάσινγκτον, χωρίς να εμφανίζεται ως ο παράγοντας που πυροδοτεί την κρίση.
Η εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και όταν οι ΗΠΑ συγκρούονται με την Τεχεράνη, το Ιράν μπορεί να συμπεριλάβει το Ισραήλ στα αντίποινα – όχι επειδή εκείνο προκάλεσε την ένταση, αλλά επειδή αποτελεί βολικό και συμβολικό στόχο.
Γι’ αυτό και η έμφαση στη συμμαχία με τις ΗΠΑ δεν είναι τυπική. Αποσκοπεί στη διαμόρφωση σαφών κανόνων συντονισμού, ρόλων και «επόμενης μέρας», χωρίς δηλώσεις που θα ωθούσαν σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Οι διαδοχικές συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου εντάσσονται στην ίδια λογική. Το ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πώς και πότε: πώς θα αντιμετωπιστεί μια σταδιακή ιρανική απάντηση, πώς θα περιοριστεί ο ρόλος των πληρεξουσίων δυνάμεων και πώς θα διατηρηθεί η αποτροπή χωρίς άνοιγμα νέων μετώπων. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος παραμένει ο λάθος υπολογισμός – μια κλιμάκωση που ξεκινά επειδή κάθε πλευρά πιστεύει ότι η άλλη έχει ήδη αποφασίσει να προχωρήσει.
Έτσι διαμορφώνεται η σημερινή ισραηλινή στάση: λιγότερες δηλώσεις, περισσότερη διαχείριση· λιγότερα συνθήματα, μεγαλύτερη πειθαρχία. Το Τελ Αβίβ δεν βλέπει τις εξελίξεις στο Ιράν ως το τέλος ενός καθεστώτος, αλλά ως έναν σεισμό που μπορεί να αλλάξει τη συμπεριφορά του – με δονήσεις που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας.
Γι’ αυτό και το Ισραήλ επιλέγει τη δυσκολότερη στρατηγική: να κερδίσει χρόνο, να ελέγξει τον ρυθμό και να μην αφήσει την Τεχεράνη ή τους συμμάχους της να καθορίσουν τους όρους της επόμενης σύγκρουσης. Σε τέτοιες στιγμές, όποιος βιάζεται, συνήθως πληρώνει το τίμημα.