Στις δομικές επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα στην Κοινή Αγροτική Πολιτική του 2003 απέδωσε την απαρχή των προβλημάτων στο σύστημα των αγροτικών επιδοτήσεων η πρώην αντιπρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ, Ειρήνη Κατσινοπούλου, κατά την κατάθεσή της στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής. Όπως υποστήριξε, η αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή και η σύνδεσή τους με την κατοχή ή χρήση γης δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για στρεβλώσεις, εφόσον δεν υπήρχε επαρκής θωράκιση του κτηματολογίου και των μισθωτηρίων.
Η κ. Κατσινοπούλου επισήμανε ότι, με το συγκεκριμένο μοντέλο ενισχύσεων, κρίσιμος παράγοντας ήταν η διασφάλιση της ακρίβειας στα στοιχεία ιδιοκτησίας και χρήσης γης, ώστε να αποτρέπονται φαινόμενα παρατυπιών. Παράλληλα, έκανε λόγο για έντονη εξάρτηση του ΟΠΕΚΕΠΕ από τον τεχνικό σύμβουλο, μια σχέση που –όπως άφησε να εννοηθεί– ενείχε σοβαρούς κινδύνους δυσλειτουργίας.
Η κατάθεση προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις. Πηγές της Νέας Δημοκρατίας ανέφεραν ότι αναδείχθηκαν χρόνιες παθογένειες του ΟΠΕΚΕΠΕ, επισημαίνοντας ότι η μάρτυρας μίλησε για προβληματική σχέση με τον τεχνικό σύμβουλο, η οποία άφηνε περιθώρια για φαινόμενα διαφθοράς. Όπως σημείωναν, η ίδια περιέγραψε αδυναμίες όπως η απουσία κτηματολογίου, δασικών χαρτών και διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, υποστηρίζοντας ότι τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν πιο αποτελεσματικά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η πρώην αντιπρόεδρος χαρακτήρισε διαχρονικό το πρόβλημα του ΟΠΕΚΕΠΕ και υπογράμμισε τις δυσκολίες μετάβασης σε ένα πιο ανεξάρτητο σχήμα, χωρίς να διαταραχθούν οι πληρωμές των αγροτών.
Από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, κομματικές πηγές υποστήριξαν ότι η κατάθεση επιβεβαίωσε τη δυσλειτουργική εξάρτηση του ΟΠΕΚΕΠΕ από τον τεχνικό σύμβουλο και ανέδειξε σοβαρά κενά στους ελέγχους των δηλώσεων Ε9 από την ΑΑΔΕ. Όπως σημείωσαν, αυτά τα κενά συνέβαλαν στη διόγκωση φαινομένων εικονικών καταπατήσεων βοσκοτόπων και στην παράνομη είσπραξη ενισχύσεων, ενώ ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είχε αρμοδιότητα να παρέμβει στα στοιχεία που είχαν ήδη εγκριθεί από την ΑΑΔΕ. Παράλληλα, έθεσαν ερωτήματα για το κατά πόσο η απορρόφηση του ΟΠΕΚΕΠΕ από την ΑΑΔΕ μπορεί να οδηγήσει σε εξυγίανση, όταν –κατά την άποψή τους– η ίδια η ΑΑΔΕ είχε συμβάλει στη δημιουργία του προβλήματος.
Οι ίδιες πηγές ανέφεραν ότι η κ. Κατσινοπούλου διευκρίνισε πως ο ΟΠΕΚΕΠΕ είχε μόνο συμβουλευτικό ρόλο στις υπουργικές αποφάσεις για την τεχνική λύση και την κατανομή βοσκοτόπων, ενώ τόνισε ότι σε μεταγενέστερη υπουργική απόφαση «άνοιξε η πόρτα» για καταχρήσεις, τις οποίες –όπως υποστηρίζουν– εκμεταλλεύτηκαν οργανωμένα κυκλώματα. Επιπλέον, υπογράμμισαν ότι η απουσία αξιολογήσεων και η παραμονή στελεχών σε διευθυντικές θέσεις επί μακρόν αποτέλεσαν σοβαρή παθογένεια, κάτι που, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, συνέβαλε στο σκάνδαλο.
Ωστόσο, το ΠΑΣΟΚ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη κατάθεση δεν προσέθεσε ουσιαστικά νέα στοιχεία στην αποκάλυψη της αλήθειας, καθώς η θητεία της μάρτυρος στον ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν σύντομη και είχε προηγηθεί μια δεκαετία.
Σκληρή ήταν και η αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ, με κομματικές πηγές να κάνουν λόγο για κατάρρευση του αφηγήματος της ΝΔ περί «διαχρονικών παθογενειών». Όπως υποστήριξαν, η κατάθεση Κατσινοπούλου ανέδειξε ευθέως ευθύνες της σημερινής κυβέρνησης για την παράνομη διαχείριση κοινοτικών ενισχύσεων και επιβεβαίωσε ότι επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρξε πολιτική παρέμβαση στο έργο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αντίθετα, όπως ανέφεραν, τότε εφαρμόστηκαν πολιτικές διαφάνειας και εξυγίανσης, ενώ η λεγόμενη «τεχνική λύση» είχε ξεκινήσει νωρίτερα, επί προηγούμενων κυβερνήσεων.
Κατά τον ΣΥΡΙΖΑ, το γεγονός ότι οι σοβαρές καταγγελίες και η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια αποδεικνύει ότι το σκάνδαλο έχει σαφή χρονικό και πολιτικό αποτύπωμα, απορρίπτοντας τη θεωρία της συλλογικής και διαχρονικής ευθύνης.