Όταν οι μυστικές υπηρεσίες μπαίνουν στο εκκλησιαστικό πεδίο: Tο νέο στάδιο της σύγκρουσης Μόσχας–Φαναρίου

 
οικουμενικο πατριαρχειο

Πηγή Φωτογραφίας: ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ

Ενημερώθηκε: 15/01/26 - 18:00

Στις 12 Ιανουαρίου 2026 η ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR) δημοσιοποίησε κείμενο εναντίον του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, με ύφος που παρέπεμπε περισσότερο σε ενημερωτικό δελτίο ασφαλείας παρά σε θεολογική ή εκκλησιαστική τοποθέτηση. Την επόμενη ημέρα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο απάντησε με λιτή ανακοίνωση, υπογραμμίζοντας ένα καθοριστικό στοιχείο: η επίθεση δεν προήλθε από εκκλησιαστικό φορέα, αλλά από κρατικό μηχανισμό.

Η διαφοροποίηση αυτή αλλάζει τη φύση της σύγκρουσης. Μια διαμάχη που γεννήθηκε εντός του εκκλησιαστικού χώρου μεταφέρεται πλέον στο επίπεδο του κράτους και των υπηρεσιών ασφαλείας. Η ρητορική σκληραίνει, το πεδίο διευρύνεται και το επίδικο ξεπερνά το κανονικό δίκαιο, αγγίζοντας ευθέως τη γεωπολιτική ευθυγράμμιση.

Η αλλαγή του «συγγραφέα» σηματοδοτεί και αλλαγή κατηγορίας σύγκρουσης. Ένα συνοδικό κείμενο διαλέγεται με όρους θεολογίας και κανονικής τάξης· ένα κείμενο μυστικής υπηρεσίας μιλά για ισχύ. Η επίκληση «πληροφοριών» από κρατικό όργανο υποδηλώνει επίσημη εθνική γραμμή, με την εμβέλεια και το κύρος ενός μηχανισμού ασφαλείας. Το Φανάρι επέλεξε να τοποθετήσει το ζήτημα όχι σε θεολογικό επίπεδο, αλλά στη σφαίρα της προπαγάνδας, των ψευδών ειδήσεων και των κατασκευασμένων αφηγημάτων.

Έτσι διαμορφώνεται ένα νέο στάδιο: η εκκλησιαστική διπλωματία δέχεται πλέον άμεση πίεση από κρατικά εργαλεία. Η χρήση θρησκευτικής απαξίωσης από την SVR δεν αποσκοπεί σε κανονικό διάλογο, αλλά σε πολιτικό αποτέλεσμα. Όροι όπως «Αντίχριστος» και «διάβολος» λειτουργούν ως μέσα ηθικής απονομιμοποίησης.

Η επιλογή αυτής της γλώσσας επιτελεί τρεις στόχους: κινητοποιεί ακροατήρια που είναι δεκτικά σε αφηγήματα «πνευματικού πολέμου», πολώνει το πεδίο καθιστώντας κάθε διαμεσολάβηση δυσχερέστερη και δημιουργεί ένα πλαίσιο νομιμοποίησης σκληρότερων μέτρων, τα οποία μπορούν να παρουσιαστούν ως «αμυντικά».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αρνήθηκε να εισέλθει σε αυτή τη λογική. Η απάντηση απέφυγε την ανταλλαγή βαριάς ρητορικής και μετέφερε τη συζήτηση στο επίπεδο των επιχειρήσεων πληροφόρησης.

Καθοριστικό ρόλο παίζει το βαλτικό μέτωπο. Το κείμενο της SVR τοποθετεί στο επίκεντρο τις χώρες της Βαλτικής, κάνοντας λόγο για σχέδιο «εκδίωξης» της ρωσικής Ορθοδοξίας και εγκατάστασης δομών ελεγχόμενων από το Φανάρι. Πίσω από την υπερβολή, ωστόσο, υπάρχει υπαρκτό πολιτικό υπόβαθρο: στην Εσθονία βρίσκονται σε εξέλιξη θεσμικές και νομικές διεργασίες που συνδέουν την εκκλησιαστική οργάνωση με ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

Η SVR παρεμβαίνει έτσι σε μια ήδη ανοιχτή πολιτική συζήτηση, προετοιμάζοντας το αφήγημα ότι τυχόν αποκοπή από δομές συνδεδεμένες με τη Μόσχα συνιστά προϊόν ξένης χειραγώγησης και «ρωσοφοβίας».

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά στη Βρετανία ως «εξωτερικό σκηνοθέτη». Η προσωποποίηση ενός ξένου καθοδηγητή απλοποιεί μια σύνθετη πραγματικότητα και μετατρέπει μια εκκλησιαστική διαμάχη σε υπόθεση αντικατασκοπείας – άρα και σε πεδίο πιθανών αντιμέτρων.

Η Ουκρανία παραμένει το βασικό προηγούμενο. Παρουσιάζεται ως το πρώτο παράδειγμα «μόλυνσης», με τη Βαλτική και στη συνέχεια την Ανατολική Ευρώπη να ακολουθούν. Η αναφορά σε Σερβία και Μαυροβούνιο λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα προς τα Βαλκάνια, ανεξαρτήτως του αν τα σενάρια έχουν άμεση βάση.

Το μήνυμα απευθύνεται σε τρία ακροατήρια: στο εσωτερικό της Ρωσίας, όπου το κράτος εμφανίζεται ως προστάτης της Ορθοδοξίας· στον ευρύτερο ορθόδοξο κόσμο, όπου η θεολογική γλώσσα έχει συναισθηματικό βάρος· και στη Δύση, ιδίως στις χώρες όπου η θρησκεία τέμνεται με ζητήματα ασφάλειας.

Η απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου δείχνει στρατηγική αυτοσυγκράτηση. Χωρίς δαιμονοποίηση και χωρίς εκτενή αντιπαράθεση, επιλέγει να κατονομάσει την προέλευση της επίθεσης και να απορρίψει το πλαίσιο της σύγκρουσης.

Η κλιμάκωση αυτή μετατοπίζει το κέντρο βάρους εντός της Ορθοδοξίας. Ο διαεκκλησιαστικός διάλογος δυσκολεύει, οι τοπικές Εκκλησίες εκτίθενται σε αυξημένη πίεση και το κανονικό δίκαιο κινδυνεύει να λειτουργήσει ως γλώσσα-πρόσχημα γεωπολιτικών ανταγωνισμών.

Το επεισόδιο σηματοδοτεί μια παγιωμένη φάση αντιπαράθεσης. Η Μόσχα δεν περιορίζεται πλέον σε εκκλησιαστικά ή επικοινωνιακά εργαλεία, αλλά αξιοποιεί την «υπογραφή» κρατικών υπηρεσιών. Το Φανάρι, από την πλευρά του, επιλέγει να μην ακολουθήσει την κλιμάκωση.

Για τον ορθόδοξο κόσμο συνολικά, ο κίνδυνος βρίσκεται στο προηγούμενο: αν οι μυστικές υπηρεσίες αποκτήσουν ρόλο σε εκκλησιαστικές διαφορές, ο εκκλησιαστικός χώρος μετατρέπεται σταδιακά σε ακόμη ένα πεδίο πολιτικής και στρατηγικής αντιπαράθεσης.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ