Λίγο πριν την εμφάνισή του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ο Ντόναλντ Τραμπ έστειλε ένα μήνυμα με ξεκάθαρη πολιτική σημειολογία: ψυχρό ύφος, δημόσιες αιχμές και ειρωνεία, όχι απέναντι σε αντιπάλους, αλλά προς τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ. Η Ευρώπη αντιμετωπίζεται όχι ως ισότιμος συνομιλητής, αλλά ως πεδίο άσκησης πίεσης, χωρίς περιορισμούς και χωρίς κόστος.
Εντύπωση προκαλεί πρωτίστως όσα δεν ειπώθηκαν. Στο μήνυμα για τον έναν χρόνο από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, η εξωτερική πολιτική απουσίαζε σχεδόν πλήρως. Ούτε η Ουκρανία, ούτε το ΝΑΤΟ, ούτε κάποια συνολική στρατηγική για τις συμμαχίες. Δεν πρόκειται για κενό, αλλά για συνειδητή επιλογή. Ο Τραμπ δεν επενδύει στην ανάλυση ή στη διαβούλευση. Επενδύει στην επιβολή.
Στο δικό του μοντέλο διακυβέρνησης, η εξωτερική πολιτική ασκείται αποσπασματικά, με κινήσεις ισχύος, οικονομικές απειλές και δημόσιες προσβολές. Η σιωπή λειτουργεί ως μήνυμα: οι αποφάσεις θα λαμβάνονται χωρίς προειδοποίηση και χωρίς τη συμμετοχή των συμμάχων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση της Γροιλανδίας. Όχι ως ρεαλιστικό σχέδιο, αλλά ως εργαλείο πίεσης. Ο Τραμπ γνωρίζει ότι το θέμα αγγίζει τα όρια του παράδοξου για την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Ακριβώς γι’ αυτό το χρησιμοποίησε. Η ουσία δεν είναι η υλοποίηση, αλλά η αντίδραση. Και μόνο το γεγονός ότι η Ευρώπη μπήκε στη διαδικασία να το συζητά σοβαρά, συνιστά επιτυχία για την Ουάσιγκτον.
Η εικόνα που εκπέμπεται από τις Βρυξέλλες παραμένει αδύναμη: γενικόλογες δηλώσεις, συναντήσεις χωρίς σαφή κατεύθυνση και έντονη ανησυχία μήπως η πίεση μεταφερθεί σε άλλα κρίσιμα μέτωπα, όπως το ΝΑΤΟ, η Ουκρανία ή το εμπόριο.
Ο Τραμπ δεν επιλέγει τυχαία τους συμμάχους ως στόχο. Τους αντιπάλους του τους θεωρεί δεδομένους. Με την Ευρώπη, όμως, υπάρχει σαφής ανισορροπία εξάρτησης – στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικής. Και αυτή η ασυμμετρία του επιτρέπει να πιέζει χωρίς άμεσο κόστος, συχνά μάλιστα δημοσίως, ώστε να ενισχύεται το μήνυμα.
Οι ειρωνείες προς τον Εμανουέλ Μακρόν, οι υπαινιγμοί για τον Κιρ Στάρμερ και τα επιλεκτικά θετικά σχόλια για άλλους Ευρωπαίους ηγέτες δεν είναι αντιφατικές κινήσεις. Αποτελούν μέρος μιας στρατηγικής διαχωρισμού και ιεράρχησης, όπου κάποιοι επιβραβεύονται και άλλοι εκτίθενται.
Στο Νταβός, ο Τραμπ δεν προσέρχεται ως συνομιλητής, αλλά ως παρατηρητής. Δεν επιχειρεί να πείσει, αλλά να μετρήσει αντοχές: ποιοι θα σπεύσουν σε επαφές, ποιοι θα αναζητήσουν συμβιβασμούς, ποιοι θα προσφέρουν ανταλλάγματα χωρίς να τους ζητηθούν.
Η Ευρώπη, την ώρα αυτή, δείχνει να κινείται αμυντικά. Μιλά για στρατηγική αυτονομία, αλλά διστάζει να συγκρουστεί. Ελπίζει ότι η ένταση θα εκτονωθεί από μόνη της. Ωστόσο, όσο δεν υπάρχει αντίδραση, η πίεση αυξάνεται.
Ο Τραμπ δεν επιδιώκει άμεση ρήξη με την Ευρώπη. Επιδιώκει αναδιάταξη. Μια ήπειρο πιο πειθαρχημένη, πιο εξαρτημένη και λιγότερο φιλόδοξη. Η απουσία εκτενών αναφορών στην εξωτερική πολιτική δεν υποδηλώνει υποχώρηση, αλλά προαναγγέλλει αιφνιδιαστικές αποφάσεις.
Έναν χρόνο μετά την επιστροφή του στο Οβάλ Γραφείο, από την ευρωπαϊκή πλευρά δεν υπάρχει καμία απτή ένδειξη ουσιαστικής αντίστασης, ακόμη και απέναντι σε ακραίες ή προσβλητικές τοποθετήσεις. Και αυτό, από μόνο του, εξηγεί γιατί ο Τραμπ επιμένει να στρέφει τα πυρά του προς την Ευρώπη και όχι προς το Πεκίνο, τη Μόσχα ή την Τεχεράνη. Το πραγματικό ερώτημα για την Ευρώπη δεν είναι αν διαφωνεί, αλλά αν μπορεί – και αν θέλει – να αντέξει τη σύγκρουση που μέχρι σήμερα αποφεύγει.