Το Πεκίνο αντιμετωπίζει τις εντάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με χώρες όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα ως ευκαιρία για να ενισχύσει τη γεωπολιτική και οικονομική του παρουσία, προβάλλοντας ταυτόχρονα ένα εναλλακτικό μοντέλο διεθνών σχέσεων βασισμένο στη συνεργασία και όχι στη στρατιωτική πίεση. Η κινεζική στρατηγική στοχεύει στην αποδυνάμωση της αμερικανικής πολιτικής «περιορισμού» μέσω της λεγόμενης ήπιας ισχύος, της οικονομικής διπλωματίας και της προώθησης της εικόνας της Κίνας ως «υπεύθυνης υπερδύναμης».
Η Κίνα καταγγέλλει συστηματικά αυτό που χαρακτηρίζει «αμερικανική ηγεμονία», κατηγορώντας την Ουάσιγκτον για παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις τρίτων χωρών και για απόπειρες ελέγχου φυσικών πόρων. Στο πλαίσιο αυτό, το Πεκίνο δηλώνει υπέρ ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος και αξιοποιεί τα κενά που δημιουργούν οι κυρώσεις και οι πιέσεις των ΗΠΑ, προκειμένου να ενισχύσει την επιρροή του στη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική και τον Παγκόσμιο Νότο μέσω οικονομικών συμφωνιών και επενδύσεων.
Σύμφωνα με αναλύσεις διεθνών ινστιτούτων, η κινεζική πολιτική απορρίπτει τη λογική σύμφωνα με την οποία οι φυσικοί πόροι χωρών όπως η Βενεζουέλα, αλλά και στρατηγικές περιοχές όπως η Αρκτική και η Γροιλανδία, αντιμετωπίζονται ως αντικείμενο γεωπολιτικής διεκδίκησης. Το Πεκίνο υποστηρίζει ότι τέτοιες προσεγγίσεις αποτελούν έκφραση ηγεμονικών πρακτικών και προωθεί, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής, τη συνεργασία «αμοιβαίου οφέλους».
Παράλληλα, η Κίνα εφαρμόζει συγκεκριμένα εργαλεία για να περιορίσει την αμερικανική οικονομική επιρροή. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ενίσχυση του γιουάν ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος, η αξιοποίηση των σπάνιων γαιών ως διαπραγματευτικού μοχλού, καθώς και η παροχή δανείων σε αναπτυσσόμενες χώρες με αντάλλαγμα πρόσβαση σε στρατηγικούς πόρους. Οι κινήσεις αυτές εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια αποδολαριοποίησης του διεθνούς εμπορίου και περιορισμού της εξάρτησης από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Στο ίδιο πλαίσιο, το Πεκίνο προωθεί τη χρήση του γιουάν σε εμπορικές συναλλαγές, συνάπτει συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων με τρίτες χώρες και επενδύει σε εναλλακτικές χρηματοπιστωτικές υποδομές, που λειτουργούν εκτός του συστήματος SWIFT, το οποίο θεωρείται ότι βρίσκεται υπό δυτική επιρροή. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική διαδραματίζει και η πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος», μέσω της οποίας η Κίνα χρηματοδοτεί έργα υποδομών, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη διεθνή χρήση του νομίσματός της.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στον έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας των σπάνιων γαιών, κρίσιμων για τη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας. Η Κίνα, που διαθέτει δεσπόζουσα θέση τόσο στην εξόρυξη όσο και στην επεξεργασία αυτών των ορυκτών, χρησιμοποιεί το πλεονέκτημα αυτό ως εργαλείο πίεσης απέναντι στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ιδίως σε περιόδους εμπορικών και τεχνολογικών αντιπαραθέσεων.
Στη Βενεζουέλα, η κινεζική στρατηγική έχει εκφραστεί μέσω μεγάλων δανειακών συμφωνιών με αντάλλαγμα πετρέλαιο και πρώτες ύλες, γεγονός που επέτρεψε στην κυβέρνηση Μαδούρο να αντέξει σε σημαντικό βαθμό τις αμερικανικές κυρώσεις. Η κινεζική παρουσία στη χώρα θεωρείται από αναλυτές άμεση πρόκληση για την επιρροή των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική, μια περιοχή που η Ουάσιγκτον παραδοσιακά θεωρεί στρατηγικής σημασίας.
Ταυτόχρονα, η Κίνα απορρίπτει τις αμερικανικές αιτιάσεις περί «κινεζικής απειλής» σε περιοχές όπως η Γροιλανδία και η Αρκτική. Το Πεκίνο υποστηρίζει ότι οι επενδύσεις και οι ερευνητικές του δραστηριότητες στις περιοχές αυτές είναι σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο και δεν αποσκοπούν σε στρατιωτική παρουσία. Κατηγορεί, μάλιστα, τις ΗΠΑ ότι χρησιμοποιούν την Κίνα ως πρόσχημα για να δικαιολογήσουν τη δική τους επιδίωξη ελέγχου στρατηγικών και πλούσιων σε πόρους περιοχών.
Η Αρκτική αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία λόγω της τήξης των πάγων, που ανοίγει νέες ναυτιλιακές διαδρομές και διευκολύνει την πρόσβαση σε ενεργειακούς και ορυκτούς πόρους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να περιορίσουν την κινεζική παρουσία στην περιοχή, ενώ το Πεκίνο απαντά ότι οι δραστηριότητές του έχουν καθαρά οικονομικό και επιστημονικό χαρακτήρα.
Σε πολιτικό επίπεδο, η Κίνα προβάλλει σταθερά την αρχή της εθνικής κυριαρχίας και της μη παρέμβασης, την οποία χρησιμοποιεί για να επικρίνει τις αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις και τις αλλαγές καθεστώτων. Παράλληλα, επενδύει σε στενές οικονομικές σχέσεις με χώρες της Μέσης Ανατολής και του αραβικού κόσμου, κυρίως μέσω ενεργειακών συμφωνιών και έργων υποδομών, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως εταίρο ανάπτυξης και όχι ως στρατιωτικό προστάτη.
Το Πεκίνο επιδιώκει επίσης να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας σε διεθνείς κρίσεις, καλώντας σε πολιτικές λύσεις μέσω του ΟΗΕ και διεθνών διασκέψεων, όπως στην περίπτωση της σύγκρουσης στη Γάζα. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να ενισχύσει το αφήγημα ότι εκπροσωπεί ένα διαφορετικό μοντέλο παγκόσμιας ισχύος, σε αντίθεση με τη στρατιωτική και κυρωτική πολιτική που αποδίδει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Συνολικά, η κινεζική στρατηγική συνδυάζει οικονομική διείσδυση, νομισματικές πρωτοβουλίες και διπλωματική ρητορική περί σεβασμού της κυριαρχίας, με στόχο να περιορίσει την αμερικανική επιρροή και να ενισχύσει τη θέση της ως κεντρικού πόλου σε ένα πιο πολυπολικό διεθνές σύστημα.