Λεπτομέρειες για τις πιο πρόσφατες και κρίσιμες ενημερώσεις που έλαβε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με το Ιράν αποκαλύπτουν οι New York Times, σκιαγραφώντας το χρονικό πλαίσιο και τις στρατιωτικές δυνατότητες μιας ενδεχόμενης αμερικανικής επίθεσης κατά της Τεχεράνης.
Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, ο Τραμπ έχει λάβει πολλαπλές αναφορές από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες εκτιμούν ότι η εξουσία της ιρανικής κυβέρνησης βρίσκεται στο πιο αδύναμο σημείο της από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, που ανέτρεψε τον Σάχη. Οι πληροφορίες αυτές συνδέουν τη σημερινή κατάσταση με τις μαζικές διαδηλώσεις που ξέσπασαν στα τέλη του περασμένου έτους και, όπως σημειώνεται, «κλόνισαν τα θεμέλια της ιρανικής εξουσίας», ακόμη και σε περιοχές που θεωρούνταν παραδοσιακά προπύργια στήριξης του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ.
Παρότι οι διαδηλώσεις έχουν υποχωρήσει σε ένταση, οι αναφορές προς τον Λευκό Οίκο περιγράφουν μια κυβέρνηση σε επισφαλή θέση, με την ιρανική οικονομία να βρίσκεται σε κατάσταση ιστορικής αδυναμίας. Η οικονομική κρίση πυροδότησε νέους κύκλους κοινωνικής δυσαρέσκειας στα τέλη Δεκεμβρίου, οι οποίοι επεκτάθηκαν τον Ιανουάριο, περιορίζοντας τις δυνατότητες της Τεχεράνης να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στα νοικοκυριά.
Καθώς οι κινητοποιήσεις εξαπλώνονταν, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανέφεραν τον θάνατο χιλιάδων διαδηλωτών σε ολόκληρη τη χώρα, την ώρα που ο Τραμπ επανερχόταν με απειλές περί στρατιωτικών πληγμάτων κατά του Ιράν. Παράλληλα, ο αμερικανικός στρατός ενίσχυσε αισθητά την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή, αν και το εύρος και ο χρόνος μιας ενδεχόμενης επίθεσης παραμένουν ασαφή.
Στις 26 Ιανουαρίου, το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, συνοδευόμενο από τρία πολεμικά πλοία εξοπλισμένα με πυραύλους Tomahawk, εισήλθε στην περιοχή ευθύνης της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ στον δυτικό Ινδικό Ωκεανό, φέρνοντάς το σε άμεση επιχειρησιακή εγγύτητα με το Ιράν. Όπως ανέφεραν στρατιωτικοί αξιωματούχοι στους New York Times, εφόσον ο Λευκός Οίκος δώσει εντολή, το αεροπλανοφόρο θα μπορούσε θεωρητικά να αναλάβει στρατιωτική δράση «εντός μίας ή δύο ημερών».
Αμερικανοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν επίσης ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη αναπτύξει 12 επιπλέον μαχητικά αεροσκάφη F-15E στην περιοχή, ενισχύοντας τις επιθετικές τους δυνατότητες, ενώ ταυτόχρονα αυξήθηκε η παρουσία συστημάτων αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας Patriot και THAAD, με στόχο την προστασία των αμερικανικών δυνάμεων από πιθανά ιρανικά αντίποινα μικρής ή μεσαίας εμβέλειας. Τα βομβαρδιστικά μεγάλης εμβέλειας που εδρεύουν στις ΗΠΑ παραμένουν σε υψηλή επιφυλακή, ικανά να πλήξουν στόχους εντός του Ιράν.
Το Πεντάγωνο αύξησε το επίπεδο επιφυλακής πριν από περίπου δύο εβδομάδες, ενώ τις τελευταίες ημέρες έχουν ενταθεί οι διαβουλεύσεις με περιφερειακούς συμμάχους. Στο πλαίσιο αυτό, ο αρχηγός της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, Μπραντ Κούπερ, πραγματοποίησε περιοδεία σε Ισραήλ, Συρία και Ιράκ, όπου συναντήθηκε με Αμερικανούς και τοπικούς στρατιωτικούς αξιωματούχους.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολιν Λίβιτ δήλωσε ότι «ο πρόεδρος Τραμπ ενημερώνεται συνεχώς με πληροφορίες από όλο τον κόσμο και, όσον αφορά το Ιράν, συνεχίζει να παρακολουθεί στενά την κατάσταση». Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης καταγράφεται διχασμός ως προς το κατά πόσο μια στρατιωτική επίθεση θα εξυπηρετούσε τα αμερικανικά συμφέροντα.
Ο Τραμπ εμφανίστηκε κατά διαστήματα να υποχωρεί από την ιδέα άμεσου πλήγματος, ιδιαίτερα μετά την ακύρωση από την Τεχεράνη της προγραμματισμένης εκτέλεσης εκατοντάδων διαδηλωτών. Ωστόσο, σύμφωνα με ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο, και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου ζήτησε από τον Τραμπ να αναβάλει μια επίθεση. Παρά ταύτα, ο Αμερικανός πρόεδρος επανήλθε στις απειλές χρήσης βίας, περιγράφοντας τη συγκέντρωση των ναυτικών δυνάμεων ως «στόλο» και επαναφέροντας στο προσκήνιο το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, υπενθυμίζοντας τις αμερικανικές επιθέσεις του περασμένου έτους σε τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.