Έναν χρόνο μετά την εφαρμογή της πιο επιθετικής προστατευτικής πολιτικής του τελευταίου αιώνα, η οικονομία των ΗΠΑ βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, αψηφώντας τις προειδοποιήσεις των «ορθόδοξων» οικονομολόγων, εκτίναξε τους μέσους δασμούς στο 17% —το υψηλότερο επίπεδο από το 1932— σε μια προσπάθεια να αναστήσει την αμερικανική βιομηχανία. Τα αποτελέσματα, ωστόσο, συνθέτουν μια εικόνα με έντονες αντιθέσεις.
Τα «κέρδη» του κρατικού κορβανά
Η πιο άμεση επίπτωση της πολιτικής Τραμπ ήταν η εκρηκτική αύξηση των κρατικών εσόδων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέπραξαν το αστρονομικό ποσό των 287 δισεκατομμυρίων δολαρίων από δασμούς και τέλη, ποσό σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με το 2024. Παρά τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι το κόστος επωμίζονται οι ξένες εταιρείες, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο λογαριασμός πληρώνεται από τις αμερικανικές επιχειρήσεις-εισαγωγείς, οι οποίες στη συνέχεια μετακυλίουν το κόστος στους καταναλωτές.
Το εμπορικό έλλειμμα και η βιομηχανική πραγματικότητα
Εμπόριο: Το εμπορικό έλλειμμα παρουσίασε σημαντική κάμψη, αγγίζοντας χαμηλά επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2009. Ωστόσο, η εικόνα παραμένει θολή, καθώς πολλές επιχειρήσεις έσπευσαν να στοκάρουν εμπορεύματα πριν την επιβολή των δασμών.
Μεταποίηση: Παρά τις υποσχέσεις για «άνθηση» των εργοστασίων, ο τομέας συνεχίζει να χάνει θέσεις εργασίας. Ενώ κλάδοι όπως η αεροδιαστημική αντέχουν, η αυτοκινητοβιομηχανία πλήττεται από το αυξημένο κόστος των πρώτων υλών (μέταλλα, μηχανήματα).
Το «αγκάθι» του πληθωρισμού και η λαϊκή δυσαρέσκεια
Οι δασμοί λειτούργησαν ως έμμεσος φόρος που κράτησε τις τιμές ψηλά. Εκτιμάται ότι χωρίς αυτούς, ο πληθωρισμός θα βρισκόταν στο 2,2% αντί για το 2,9%. Αυτή η επιβάρυνση στο καλάθι του νοικοκυριού έχει αρχίσει να φθείρει το πολιτικό κεφάλαιο του Τραμπ:
54% των ψηφοφόρων αντιτίθενται πλέον στους δασμούς.
51% δηλώνει ότι οι πολιτικές του προέδρου έκαναν τη ζωή τους λιγότερο προσιτή.
Το «πείραμα» απέδειξε ότι οι δασμοί μπορούν να γεμίσουν τα κρατικά ταμεία και να περιορίσουν τις εισαγωγές, αλλά δεν αποτελούν την «πανάκεια» για τη βιομηχανική αναζωογόνηση, ενώ ταυτόχρονα δοκιμάζουν τις αντοχές των Αμερικανών καταναλωτών.