Η απόφαση της Τεχεράνης να απορρίψει την Κωνσταντινούπολη ως τόπο διεξαγωγής των συνομιλιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες ερμηνεύεται από τον τουρκικό Τύπο ως σαφές πολιτικό μήνυμα προς την Άγκυρα. Σύμφωνα με αναλύσεις που κυριαρχούν στη σημερινή αρθρογραφία, η επιλογή αυτή δεν αποτελεί μια απλή τεχνική αλλαγή, αλλά αντανακλά βαθύτερους γεωπολιτικούς υπολογισμούς και ισορροπίες ισχύος.
Οι ερμηνείες ποικίλλουν. Κάποιοι αναλυτές βλέπουν πίσω από την απόφαση μια προσεκτικά μελετημένη στρατηγική αυτοπροστασίας του Ιράν, άλλοι τη θεωρούν σκόπιμη υποβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας, ενώ δεν λείπουν και εκείνοι που μιλούν για ανησυχία της Τεχεράνης απέναντι στην αυξανόμενη περιφερειακή επιρροή της Άγκυρας. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, υπάρχει κοινή συνισταμένη: το Ιράν δεν εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη τυχαία, αλλά επέλεξε συνειδητά να απομακρύνει τη διαπραγματευτική διαδικασία από μια χώρα που αντιλαμβάνεται ως ανταγωνιστή.
Το Ομάν ως ασφαλές πλαίσιο ελέγχου
Στο επίκεντρο της ιρανικής επιλογής βρίσκεται, σύμφωνα με πολλούς σχολιαστές, ένας ψυχρός και ρεαλιστικός στρατηγικός υπολογισμός. Το Ομάν θεωρείται ιδανικός τόπος για συνομιλίες χαμηλού προφίλ, όπου η Τεχεράνη μπορεί να διατηρήσει τον πλήρη έλεγχο της ατζέντας και να περιορίσει τη συζήτηση αποκλειστικά στο πυρηνικό ζήτημα. Η ιρανική ηγεσία εμφανίζεται απρόθυμη να ανοίξει τη βεντάλια των θεμάτων σε ζητήματα όπως το πυραυλικό πρόγραμμα ή η περιφερειακή της πολιτική, καθώς μια τέτοια διεύρυνση θα την έφερνε σε δυσμενέστερη διαπραγματευτική θέση.
Παράλληλα, η αποφυγή ενός πολυμερούς σχήματος θεωρείται κρίσιμη. Η συμμετοχή τρίτων χωρών, όπως η Τουρκία, εκλαμβάνεται από την Τεχεράνη ως παράγοντας που «διασκορπίζει» τις διαπραγματεύσεις και περιορίζει την ικανότητά της να ελέγχει το πλαίσιο και τον ρυθμό των συζητήσεων. Στο εσωτερικό μέτωπο, μια ευρύτερη και πιο σύνθετη διαπραγμάτευση θα μπορούσε να προκαλέσει πολιτικό κόστος, καθώς θα ερμηνευόταν από σκληροπυρηνικούς κύκλους ως ένδειξη υποχώρησης ή ακόμη και συμβιβασμού.
Μήνυμα αποστασιοποίησης προς την Άγκυρα
Σε πιο αιχμηρό τόνο, μέρος της τουρκικής αρθρογραφίας αντιμετωπίζει την επιλογή του Ομάν ως συνειδητή πολιτική προσβολή της Τουρκίας. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η Τεχεράνη επιδιώκει να στείλει μήνυμα αποστασιοποίησης, υπογραμμίζοντας τη διαρκή, έστω και υπόγεια, αντιπαλότητα Ιράν–Τουρκίας για επιρροή στη Μέση Ανατολή. Η απόφαση παρουσιάζεται ως ένδειξη ότι το Ιράν δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει στην Άγκυρα ρόλο κεντρικού διαμεσολαβητή σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα.
Μάλιστα, ορισμένα δημοσιεύματα κάνουν λόγο για «αχαριστία» της Τεχεράνης, υπενθυμίζοντας τις κατά καιρούς διευκολύνσεις που έχει προσφέρει η Τουρκία στο Ιράν. Υπό αυτό το πρίσμα, η αλλαγή τόπου των συνομιλιών εκλαμβάνεται ως πολιτικό σήμα ψυχρότητας και απομάκρυνσης.
Ανησυχίες για διαρροή ευαίσθητων πληροφοριών
Πιο προωθημένες αναλύσεις αποδίδουν την ιρανική στάση σε φόβο απέναντι στην ίδια την Τουρκία. Η Άγκυρα θεωρείται ισχυρός και φιλόδοξος περιφερειακός παίκτης, και η διεξαγωγή των συνομιλιών στην Κωνσταντινούπολη εκτιμάται ότι θα αύξανε τον κίνδυνο πρόσβασης της τουρκικής πλευράς σε ευαίσθητες πληροφορίες, ακόμη και σε δεδομένα που αφορούν το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ομάν προβάλλει ως «ουδέτερη ζώνη», με περιορισμένα περιφερειακά ρίσκα και χαμηλότερη πιθανότητα διαρροών. Η επιλογή του, σύμφωνα με αναλυτές, αντανακλά την πρόθεση της Τεχεράνης να μειώσει τα «ανοιχτά αυτιά» γύρω από τις συνομιλίες και να διασφαλίσει ένα περιβάλλον μεγαλύτερης διακριτικότητας και ελέγχου.
Συνολικά, η απόρριψη της Κωνσταντινούπολης δεν αποτελεί απλώς αλλαγή γεωγραφίας, αλλά συμπύκνωση στρατηγικών ανησυχιών, περιφερειακών ανταγωνισμών και εσωτερικών πολιτικών υπολογισμών της ιρανικής ηγεσίας.