Μόλις δεκαοκτώ μήνες μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, η υπόσχεσή του να διασπάσει τον άξονα Μόσχας - Πεκίνου δείχνει να καταρρέει. Η διαδοχική υποδοχή των ηγετών των ΗΠΑ και της Ρωσίας από τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο κατέστησε σαφές ότι η Κίνα μπορεί να συνομιλεί με την Ουάσιγκτον χωρίς να εγκαταλείπει το Κρεμλίνο.
Ενώ ο Τραμπ αποχώρησε από την κινεζική πρωτεύουσα με μια εμπορική συμφωνία για αεροπλάνα Boeing και γεωργικά προϊόντα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν υπέγραψε 40 συμφωνίες συνεργασίας και μια κοινή διακήρυξη 47 σελίδων για την οικοδόμηση ενός πολυπολικού κόσμου.
Η προσέγγιση αυτή επιταχύνθηκε δραματικά λόγω του πολέμου στο Ιράν και της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ, γεγονότα που έκλεισαν τις παραδοσιακές διόδους πετρελαίου και κατέστησαν τη Ρωσία τον πιο αξιόπιστο ενεργειακό τροφοδότη της Κίνας.
Παράλληλα, οι δυτικές κυρώσεις μετέτρεψαν το Πεκίνο σε οικονομικό σωσίβιο της Μόσχας, με το διμερές εμπόριο να καταγράφει άλμα 20% στις αρχές του 2026 και τις συναλλαγές να γίνονται πλέον αποκλειστικά σε ρούβλια και γουάν, μακριά από την επιρροή του δολαρίου.
Η στρατηγική Τραμπ να εφαρμόσει τη συνταγή Νίξον για τη διάσπαση των δύο δυνάμεων αποδείχθηκε ανέφικτη, καθώς σήμερα δεν υφίστανται οι εδαφικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις του 1970.
Αντίθετα, η πολιτική της μέγιστης πίεσης που ασκεί η Ουάσιγκτον ταυτόχρονα και στα δύο μέτωπα, σε συνδυασμό με την επέκταση του ΝΑΤΟ και τις εντάσεις στην Ταϊβάν, έδωσε στη Μόσχα και το Πεκίνο έναν κοινό παρονομαστή: την πεποίθηση ότι η αμερικανική ισχύς αποτελεί απειλή για τα συμφέροντά τους.
Πάντως, η συμμαχία αυτή χαρακτηρίζεται από μια βαθιά ασυμμετρία, με τον Πούτιν να έχει πολύ μεγαλύτερη ανάγκη τον Σι, παρά το αντίστροφο. Η Ρωσία εξαρτάται απόλυτα από την κινεζική τεχνολογία για την πολεμική της βιομηχανία, γεγονός που επιτρέπει στο Πεκίνο να ρυθμίζει τη στήριξή του ανάλογα με τα δικά του συμφέροντα, διατηρώντας δημόσια το προφίλ του ουδέτερου μεσολαβητή.
Το διπλωματικό αυτό «back-to-back» του Πεκίνου απέδειξε ότι ο Σι Τζινπίνγκ μπορεί να θέτει τους δικούς του όρους στο διεθνές στερέωμα, αφήνοντας τις ΗΠΑ με οικονομικά συμβόλαια και τη Ρωσία με στρατηγικές εγγυήσεις.