Σε μια κρίσιμη συγκυρία για την αμερικανική οικονομία, ο Κέβιν Γουόρς ορκίστηκε επίσημα από τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ ως ο 11ος επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed).
Ο 56χρονος οικονομολόγος αναλαμβάνει τα ηνία της κεντρικής τράπεζας έπειτα από μια μακρά διαδικασία επιλογής που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2025 ανάμεσα σε 11 υποψηφίους, καλούμενος να ισορροπήσει ανάμεσα στις προκλήσεις της αγοράς και τις έντονες πιέσεις της Ουάσιγκτον για τη νομισματική πολιτική.
Κατά τη διάρκεια της τελετής στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε τον Γουόρς να λειτουργήσει με απόλυτη αυτονομία, προτρέποντάς τον να μην επηρεάζεται από κανέναν και να εστιάσει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και της ακεραιότητας του θεσμού.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος εξέφρασε την πλήρη στήριξή του στον νέο διοικητή, σημειώνοντας ότι η θετική αντίδραση της Wall Street επιβεβαιώνει την επιλογή του, ενώ επανέλαβε ότι στόχος της κυβέρνησης είναι η καταπολέμηση του πληθωρισμού, υποστηρίζοντας πως η ανάπτυξη δεν οδηγεί απαραίτητα σε αύξηση των τιμών.
Από την πλευρά του, ο Γουόρς ευχαρίστησε τον Πρόεδρο και δεσμεύτηκε να ηγηθεί μιας μεταρρυθμιστικής Fed που θα διδαχθεί από το παρελθόν. Εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι η χώρα μπορεί να επιτύχει ισχυρή ανάπτυξη με παράλληλη μείωση του πληθωρισμού, ο οποίος παρέμεινε πάνω από τον στόχο του 2% για πέντε συναπτά έτη.
Ο νέος επικεφαλής, ο οποίος είχε υπηρετήσει στο διοικητικό συμβούλιο της Fed την περίοδο 2006-2011 συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση της τότε παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, έχει ταχθεί υπέρ του περιορισμού του ρόλου της τράπεζας στις αγορές, επικρίνοντας παλαιότερες πρωτοβουλίες για κοινωνικά και κλιματικά ζητήματα ως αλλοίωση της κύριας αποστολής της.
Ο Γουόρς διαδέχεται τον Τζερόμ Πάουελ, η οκταετής θητεία του οποίου σημαδεύτηκε από συχνές προσωπικές επιθέσεις του Τραμπ για την ταχύτητα μεταβολής των επιτοκίων. Σε μια ιστορική κίνηση, καθώς κάτι τέτοιο είχε να συμβεί σχεδόν 80 χρόνια, ο Πάουελ θα παραμείνει στη Fed ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου.
Παρά τις προσδοκίες της κυβέρνησης για άμεσες μειώσεις επιτοκίων, οι εκτιμήσεις των αγορών δείχνουν ότι η κεντρική τράπεζα ενδέχεται να διατηρήσει το τρέχον καθεστώς αμετάβλητο για το μεγαλύτερο μέρος του 2026, με πιθανότητα νέων αυξήσεων στις αρχές του 2027.