Την αποχώρησή της από τη θέση της υποδιοικήτριας της νεοσύστατης Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς υπέβαλε η Άννα Στρατινάκη, στον απόηχο των εξελίξεων γύρω από την υπόθεση Παναγόπουλου και την εμπλοκή του συζύγου της σε αυτή.
Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση, η κ. Στρατινάκη δεν θα αναλάβει τελικά καθήκοντα υποδιοικήτριας στον τομέα του Συνηγόρου του Καταναλωτή, καθώς υπέβαλε την παραίτησή της επικαλούμενη οικογενειακούς λόγους υγείας, όπως αναφέρει στην επιστολή της.
Η κ. Στρατινάκη είχε αναλάβει το 2024 τον ρόλο του Συνηγόρου του Καταναλωτή και, με την αναβάθμιση του θεσμού σε Ανεξάρτητη Αρχή εντός του 2026, επρόκειτο να συνεχίσει ως υποδιοικήτρια. Ωστόσο, μετά τις αποκαλύψεις για τη διερεύνηση υπόθεσης διασπάθισης δημόσιων και ευρωπαϊκών κονδυλίων, στην οποία φέρεται να εμπλέκεται ο σύζυγός της, επέλεξε να αποσυρθεί από τη θέση που της είχε ανατεθεί.
Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, σε καθεστώς διαθεσιμότητας τέθηκε και δημοσιογράφος της ΕΡΤ, οι τραπεζικοί λογαριασμοί του οποίου δεσμεύτηκαν, καθώς το όνομά του φέρεται να εμπλέκεται στην ίδια υπόθεση υπεξαίρεσης, στην οποία κατηγορείται και ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος.
Η έρευνα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων αποκάλυψε, σύμφωνα με το πόρισμά της, ένα πολυετές δίκτυο διακίνησης κρατικών και ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων μέσω εταιρειών-«οχημάτων», απευθείας αναθέσεων σε αναδόχους χωρίς επαρκή υποδομή και προσωπικό, καθώς και πληρωμές σε μετρητά. Το συνολικό ποσό που φέρεται να άλλαξε χέρια χωρίς νόμιμη αιτιολογία ή για υπηρεσίες που ενδεχομένως δεν παρασχέθηκαν ποτέ, εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 2,1 εκατ. ευρώ.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται ο Γιάννης Παναγόπουλος, ο οποίος, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της ΓΣΕΕ και συνδεδεμένων φορέων, φέρεται να συμμετείχε σε υπεξαίρεση κονδυλίων που προορίζονταν για προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης εργαζομένων. Μαζί με ακόμη πέντε φυσικά πρόσωπα, φέρεται να ελέγχεται για κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση.
Στις 3 Φεβρουαρίου 2026, η Αρχή προχώρησε στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και τραπεζικών λογαριασμών των εμπλεκόμενων, μετά τη διαβίβαση του πορίσματος στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Οι δεσμεύσεις αφορούν φυσικά και νομικά πρόσωπα, καθώς και εταιρείες μέσω των οποίων φέρεται να διακινήθηκαν τα επίμαχα κεφάλαια.
Από την έρευνα προέκυψε ότι ορισμένες από τις εταιρείες που αναλάμβαναν τα έργα δεν διέθεταν το αναγκαίο προσωπικό ή την απαιτούμενη τεχνική υποδομή, γεγονός που, κατά την Αρχή, υποδηλώνει ότι λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι κρίκοι για τη διοχέτευση χρημάτων στους πραγματικούς δικαιούχους. Τα κεφάλαια φέρεται να αναμείχθηκαν με νόμιμα έσοδα και να χρησιμοποιήθηκαν σε ευρύτερες οικονομικές δραστηριότητες, στοιχείο που συνιστά, σύμφωνα με το πόρισμα, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Για τη διασφάλιση της δυνατότητας ανάκτησης των χρημάτων, διατάχθηκαν, μεταξύ άλλων, δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, επενδυτικών προϊόντων και ακινήτων, με εξαίρεση ποσά που αφορούν μισθούς, συντάξεις, βασικές ανάγκες διαβίωσης και έξοδα νομικής υποστήριξης. Οι δεσμεύσεις θα παραμείνουν σε ισχύ έως την τελική κρίση της Δικαιοσύνης.