Η Νέα Δημοκρατία εδραιώνει την πολιτική της υπεροχή στο ξεκίνημα του 2026, καθώς οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν διεύρυνση της απόστασης από τους διώκτες της. Παρόλο που το κυβερνών κόμμα παραμένει μακριά από τα ποσοστά αυτοδυναμίας, καταφέρνει να αυξήσει τη λεγόμενη «ψαλίδα» κυρίως λόγω της αδυναμίας των κομμάτων της αντιπολίτευσης να εισπράξουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Οι μετρήσεις των ALCO, GPO και MRB συγκλίνουν στο ότι η διαφορά στην πρόθεση ψήφου κυμαίνεται πλέον μεταξύ 13 και 16 μονάδων, με τη ΝΔ να κινείται στα επίπεδα του 23-24% στην πρόθεση και κοντά στο 29% στην εκτίμηση ψήφου, την ώρα που το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει τάσεις υποχώρησης.
Το πλέον ενδιαφέρον εύρημα των μετρήσεων είναι ο έντονος κατακερματισμός και η αμφίρροπη μάχη για τη δεύτερη θέση. Το ΠΑΣΟΚ, η Πλεύση Ελευθερίας και η Ελληνική Λύση συγκρούονται σε αποστάσεις που βρίσκονται εντός του στατιστικού σφάλματος, καθιστώντας αδύνατη την ασφαλή πρόβλεψη για το ποιος ηγείται της αντιπολίτευσης. Ενδεικτικά, ενώ ALCO και GPO διατηρούν το ΠΑΣΟΚ στη δεύτερη θέση με ποσοστά πέριξ του 10,5%, η MRB ανατρέπει την εικόνα φέρνοντας την Πλεύση Ελευθερίας στη δεύτερη θέση με 13,2%, υπογραμμίζοντας τη ρευστότητα που επικρατεί στο πολιτικό σύστημα.
Η εξίσωση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την εντυπωσιακή δυναμική που αναπτύσσουν τα κυοφορούμενα κόμματα του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού. Τα στοιχεία της «δυνητικής ψήφου» —δηλαδή της πιθανότητας των πολιτών να στηρίξουν ένα νέο σχήμα— προκαλούν πολιτικό σεισμό, καθώς υπερβαίνουν κατά πολύ τα ποσοστά των υπαρκτών κομμάτων. Το «κόμμα Καρυστιανού» καταγράφει ποσοστά αποδοχής που αγγίζουν το 32% σε κάποιες μετρήσεις, ενώ το «κόμμα Τσίπρα» κινείται σταθερά κοντά στο 17-20%. Αυτό το εύρημα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τέσσερις στους δέκα πολίτες δηλώνουν έτοιμοι να στηρίξουν μια νέα πολιτική προσπάθεια, μαρτυρά μια βαθιά κρίση εκπροσώπησης και μια επικείμενη αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη.
Τέλος, καθοριστικός παραμένει ο ρόλος της «γκρίζας ζώνης» των αναποφάσιστων, οι οποίοι αποτελούν περίπου το 18% του εκλογικού σώματος. Η παραδοσιακή υποεκτίμηση των ποσοστών στην πρόθεση ψήφου σε σύγκριση με την τελική κάλπη, σε συνδυασμό με την αναμονή για την επίσημη εμφάνιση των νέων πολιτικών σχηματισμών, δημιουργεί ένα σκηνικό αναμονής. Η κυβέρνηση φαίνεται να επωφελείται από αυτόν τον κατακερματισμό, καθώς η έλλειψη ενός ενιαίου και ισχυρού αντίπαλου πόλου της επιτρέπει να διατηρεί τα ηνία με άνεση, παρά τις πιέσεις που δέχεται η κοινωνία από την καθημερινότητα.