ΗΠΑ – Κίνα: Από τη στρατηγική καχυποψία στο χείλος μιας νέας ψυχροπολεμικής κανονικότητας

 
κινα και ηπα

Ενημερώθηκε: 12/02/26 - 19:05

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, οι σχέσεις Πεκίνου και Ουάσιγκτον μετατοπίζονται σταθερά από την επιφυλακτική συνεργασία σε μια ολοένα εντονότερη στρατηγική αντιπαλότητα.

Σταδιακά, οι δύο υπερδυνάμεις υιοθετούν δόγματα εθνικής ασφάλειας που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη όχι απλώς ως ανταγωνιστή, αλλά ως βασική απειλή για τις αξίες, τη νομιμοποίηση των πολιτικών τους συστημάτων και τα ζωτικά τους συμφέροντα. Η δυναμική αυτή τροφοδοτείται τόσο από διεθνείς εξελίξεις όσο και από εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, γραφειοκρατικούς ανταγωνισμούς και βαθύτερους φόβους παρακμής και απώλειας ισχύος. Έτσι, η αμοιβαία αποτροπή μετατρέπεται σε δομικό στοιχείο στρατηγικής, παγιώνοντας μια μακροχρόνια λογική εχθρότητας.

Ένα διεθνές σύστημα στο οποίο οι δύο ισχυρότερες χώρες οργανώνουν τις πολιτικές τους γύρω από την αμοιβαία καχυποψία οδηγείται αναπόφευκτα σε εξοπλιστικές κούρσες, θεσμική παράλυση και υποβάθμιση κοινών προκλήσεων όπως η κλιματική κρίση, οι πανδημίες και η χρηματοπιστωτική αστάθεια. Χωρίς ασφαλιστικές δικλίδες, ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης αυξάνεται, εγκλωβίζοντας τον πλανήτη σε μια «διαχειριζόμενη εχθρότητα» με κόστος για την παγκόσμια ευημερία και ασφάλεια.

Ο κίνδυνος σήμερα δεν έγκειται τόσο σε έναν προμελετημένο πόλεμο όσο σε ένα ατύχημα που θα μπορούσε να πυροδοτήσει σύγκρουση. Ιστορικά περιστατικά —όπως η σύγκρουση αμερικανικού αεροσκάφους EP-3 με κινεζικό μαχητικό το 2001 ή ο βομβαρδισμός της κινεζικής πρεσβείας στο Βελιγράδι το 1999— δείχνουν πόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί η σταθερότητα. Υπό τις σημερινές συνθήκες, ανάλογα επεισόδια θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμη και σε πυρηνική αντιπαράθεση.

Παρά τη σκοτεινή τροχιά, διπλωματικοί και ακαδημαϊκοί κύκλοι εκτιμούν ότι υπάρχει παράθυρο ευκαιρίας για σταθεροποίηση των σχέσεων, εφόσον πολιτικές, οικονομικές και στρατηγικές πιέσεις ωθήσουν σε αποκλιμάκωση. Η προοπτική μιας νέας ψυχροπολεμικής γενιάς προκαλεί έντονο προβληματισμό, με την ανάγκη για ένα «νέο μοντέλο κανονικοποίησης» να προβάλλει ως επιτακτική.

Σήμερα, οι δύο πλευρές βλέπουν η μία την άλλη μέσα από το πρίσμα των χειρότερων σεναρίων. Στην Ουάσιγκτον, η Κίνα θεωρείται ο βασικός συστημικός αντίπαλος στην τεχνολογία, την οικονομία και τη γεωπολιτική επιρροή. Στο Πεκίνο, οι ΗΠΑ εκλαμβάνονται ως δύναμη ανάσχεσης της κινεζικής ανόδου. Οι αντιλήψεις αυτές έχουν ενσωματωθεί σε στρατιωτικό σχεδιασμό, συμμαχίες, ελέγχους εξαγωγών και δημόσια διπλωματία.

Στο στρατιωτικό πεδίο, ο ανταγωνισμός εντείνεται με τον εκσυγχρονισμό πυρηνικών και συμβατικών οπλοστασίων, αλλά και την ανάπτυξη δυνατοτήτων σε διάστημα, κυβερνοχώρο και τεχνητή νοημοσύνη. Στον δυτικό Ειρηνικό, οι συναντήσεις πλοίων και αεροσκαφών πολλαπλασιάζονται, αυξάνοντας τον κίνδυνο ατυχήματος.

Παράλληλα, η οικονομική αλληλεξάρτηση —παλαιότερα πυλώνας σταθερότητας— αντιμετωπίζεται πλέον ως ευπάθεια. Εξαγωγικοί περιορισμοί, αναδιάταξη εφοδιαστικών αλυσίδων και πολιτικές «αποσύνδεσης» αντανακλούν την προτεραιότητα της ασφάλειας έναντι της ανάπτυξης, επιτείνοντας τον κατακερματισμό της παγκόσμιας αγοράς.

Η καχυποψία διαπερνά και την κοινωνική σφαίρα: μειωμένες ακαδημαϊκές ανταλλαγές, περιορισμοί θεωρήσεων και υποψίες κατασκοπείας διαβρώνουν τις διαπροσωπικές γέφυρες. Έτσι, η αντιπαράθεση αποκτά και πολιτισμική διάσταση, καθιστώντας κάθε συμβιβασμό πολιτικά τοξικό.

Ωστόσο, ιστορικά προηγούμενα —όπως η προσέγγιση Νίξον-Μάο το 1972— δείχνουν ότι στρατηγικές ανατροπές είναι εφικτές όταν το κόστος της σύγκρουσης καθίσταται δυσβάσταχτο. Πρόσφατες επαφές κορυφής, εμπορικές διευθετήσεις και επιλεκτικές τεχνολογικές χαλαρώσεις υποδηλώνουν μια δειλή διάθεση επαναπροσέγγισης, χωρίς όμως να αγγίζουν τα βαθύτερα ζητήματα ασφάλειας.

Κρίσιμο πεδίο παραμένει η Ταϊβάν, το πιο επικίνδυνο σημείο τριβής. Παρά τη στρατιωτική ένταση, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο πολιτικής αποκλιμάκωσης, εφόσον αμφότερες οι πλευρές επαναβεβαιώσουν θέσεις που αποτρέπουν μονομερείς κινήσεις.

Στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, προτείνονται μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης: επαναλειτουργία προξενείων, μείωση δασμών, ενίσχυση ανταλλαγών και στρατιωτικοί δίαυλοι επικοινωνίας για αποτροπή ατυχημάτων.

Το διακύβευμα είναι σαφές: χωρίς συνειδητή πολιτική παρέμβαση, η αδράνεια θα παγιώσει μια μακρά περίοδο ανταγωνισμού με παγκόσμιες συνέπειες. Η ιστορική εμπειρία και η στρατηγική μνήμη καθίστανται κρίσιμες για την αποτροπή μιας σύγκρουσης που καμία τεχνολογία δεν μπορεί να «προσομοιώσει» χωρίς ανυπολόγιστο ανθρώπινο κόστος.

Το παράθυρο εξομάλυνσης παραμένει ανοιχτό — αλλά στενό. Και όπως υπενθυμίζει το ιστορικό απόφθεγμα που συνόδευσε την αμερικανοκινεζική προσέγγιση του 1972: «Δέκα χιλιάδες χρόνια είναι πολλά — άρπαξε τη μέρα, άρπαξε την ώρα».

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ