Η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή έχει εισέλθει σε μια τροχιά χωρίς επιστροφή, καθώς η Ουάσιγκτον προχωρά στην ισχυρότερη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων από την εποχή του πολέμου στο Ιράκ.
Σύμφωνα με αναλύσεις της Wall Street Journal και διαρροές από το περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ, η ανάπτυξη αυτή δεν αποτελεί απλή κίνηση αποτροπής αλλά το προοίμιο μιας επιχείρησης με απώτερο σκοπό την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Παρά την αρχική αισιοδοξία από τις συνομιλίες της Γενεύης, η άρνηση του Αγιατολάχ Χαμενεΐ να συμβιβαστεί σε κρίσιμα ζητήματα όπως το βαλλιστικό πρόγραμμα και η στήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων φαίνεται να έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ σε μια κοινή απόφαση για δραστική δράση.
Η στρατηγική των ΗΠΑ και του Τελ Αβίβ βασίζεται στην εκτίμηση ότι το Ιράν είναι σήμερα πιο ευάλωτο από ποτέ. Η οικονομική εξαθλίωση και η βίαιη καταστολή των εσωτερικών διαδηλώσεων έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κλίμα στο εσωτερικό της χώρας, το οποίο η Ουάσιγκτον ελπίζει να εκμεταλλευτεί για να προκαλέσει αλλαγή εκ των έσω, θυμίζοντας τα μοντέλα της Αραβικής Άνοιξης.
Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα το ιρανικό οπλοστάσιο πυραύλων, θεωρώντας ότι αν δεν υπάρξει άμεσο πλήγμα, η απειλή θα ξεπεράσει σύντομα τις δυνατότητες της αεράμυνας του. Η επιτυχία μιας τέτοιας επιχείρησης εξαρτάται από τον συντονισμό των αμερικανικών επιθέσεων σε υποδομές των Φρουρών της Επανάστασης με ισραηλινά πλήγματα σε πυραυλικές συστοιχίες.
Παρά τη σκληρή ρητορική, παραμένουν σημαντικά ερωτηματικά για τη διάρκεια και τις συνέπειες μιας τέτοιας σύγκρουσης. Ο Τραμπ, αν και προτιμά τα γρήγορα αποτελέσματα, βρίσκεται μπροστά σε έναν «μαραθώνιο» που θα μπορούσε να διαταράξει την παγκόσμια οικονομία και τις τιμές των καυσίμων.
Στο Ισραήλ, ο Πρωθυπουργός Νετανιάχου φαίνεται να βλέπει τη σύρραξη ως μια ευκαιρία να ολοκληρώσει τη δουλειά που έμεινε στη μέση τον περασμένο Ιούνιο, αν και μια παρατεταμένη πολεμική αναμέτρηση θα πάγωνε την οικονομική ανάκαμψη της χώρας και θα περιέπλεκε το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν ο στρατός του Ιράν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης αλλαγής ή αν η εσωτερική καταστολή θα παραμείνει ισχυρότερη από τις εξωτερικές πιέσεις.