Στο στόχαστρο της τουρκικής αντιπολίτευσης βρίσκεται το πρόγραμμα του εγχώριου μαχητικού αεροσκάφους ΚΑΑΝ, με την εφημερίδα Sozcu να κατηγορεί την κυβέρνηση Ερντογάν για «πολιτική εργαλειοποίηση» ενός έργου που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, παραμένει καθηλωμένο λόγω σοβαρών τεχνικών και διπλωματικών εμποδίων.
Το πρόβλημα των κινητήρων ως «αχίλλειος πτέρνα»
Κεντρικό σημείο της κριτικής είναι η αδυναμία της Άγκυρας να εξασφαλίσει τους απαραίτητους κινητήρες από τις ΗΠΑ. «Κάνουμε επίδειξη του ΚΑΑΝ, αλλά δεν μπορούμε να το πετάξουμε», αναφέρει χαρακτηριστικά το δημοσίευμα, υπογραμμίζοντας ότι το αεροσκάφος παραμένει επιχειρησιακά «κενό». Το τρίτο πρωτότυπο (P2) συνεχίζει να εξαρτάται από τον αμερικανικό κινητήρα GE 129-F110, ο οποίος προορίζεται αποκλειστικά για δοκιμαστικές πτήσεις πρωτοτύπων, ενώ η ανάπτυξη του εγχώριου κινητήρα TF35000 παραμένει ένας μακρινός και αβέβαιος στόχος.
Η «σκιά» των S-400 και το αμερικανικό εμπάργκο
Η εφημερίδα συνδέει άμεσα το αδιέξοδο με την επιλογή του Ταγίπ Ερντογάν να προμηθευτεί το ρωσικό πυραυλικό σύστημα S-400. Η κίνηση αυτή οδήγησε στον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 και σε αυστηρούς αμερικανικούς περιορισμούς στον τομέα της αεροδιαστημικής, που παραμένουν σε ισχύ ακόμη και σήμερα. Επιπλέον, το γεγονός ότι τα ρωσικά συστήματα παραμένουν ανενεργά, μη μπορώντας ούτε να χρησιμοποιηθούν ούτε να μεταπωληθούν, έχει επιφέρει, σύμφωνα με τη Sozcu, σημαντική αποδυνάμωση στην επιχειρησιακή ισχύ της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Καθυστερήσεις και αβεβαιότητα
Το πρόγραμμα δοκιμών μετρά ήδη σημαντικές αποκλίσεις από το χρονοδιάγραμμα, με τις αρχικές εξαγγελίες για την πρώτη πτήση του 2025 να έχουν ήδη καταρρεύσει. Πλέον, ο στόχος μετατίθεται για τις αρχές του 2026, ενώ οι διεθνείς αναλυτές, όπως το γερμανικό Flug Revue, επισημαίνουν ότι οι προσπάθειες εύρεσης εναλλακτικών λύσεων εκτός ΗΠΑ δεν έχουν αποδώσει καρπούς.
Η κυβερνητική ρητορική περί «εθνικού θριάμβου» φαίνεται να συγκρούεται με τη σκληρή πραγματικότητα ενός προγράμματος που στερείται κινητήρων και στρατηγικής συνέχειας, αναδεικνύοντας τις βαθιές επιπτώσεις που είχε για την τουρκική αμυντική βιομηχανία η ρήξη με τους δυτικούς εταίρους της.