Μια νέα εποχή στις τραπεζικές και εμπορικές συναλλαγές φέρνει το νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης που παρουσίασε ο υπουργός Τάκης Θεοδωρικάκος, θέτοντας αυστηρούς κανόνες διαφάνειας και προστασίας για τους δανειολήπτες.
Η σημαντικότερη παρέμβαση αφορά τη θεσμοθέτηση ανώτατου ορίου στο συνολικό κόστος των καταναλωτικών δανείων, το οποίο πλέον δεν θα επιτρέπεται να υπερβαίνει το 30% με 50% του αρχικού κεφαλαίου, βάζοντας οριστικό τέλος στις υπερβολικές επιβαρύνσεις από τόκους και προμήθειες.
Παράλληλα, το ρυθμιστικό πλαίσιο διευρύνεται για να καλύψει κάθε μορφή πίστωσης, από τα μικροδάνεια κάτω των 200 ευρώ και τις υπηρεσίες «Αγοράζω τώρα – Πληρώνω μετά» (BNPL) μέχρι τις δόσεις που παρέχονται απευθείας από εμπόρους, διασφαλίζοντας ότι όλες οι συναλλαγές θα διέπονται από τους ίδιους κανόνες προστασίας.
Η νέα νομοθεσία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ειλικρινή ενημέρωση του καταναλωτή, επιβάλλοντας υποχρεωτικές προειδοποιήσεις σε κάθε διαφήμιση για το κόστος του δανεισμού και τη χρήση τυποποιημένων εντύπων που θα αναδεικνύουν τις πραγματικές υποχρεώσεις χωρίς «ψιλά γράμματα».
Στον ψηφιακό κόσμο, το νομοσχέδιο απαγορεύει τις παραπλανητικές πρακτικές που ωθούν τους χρήστες σε βιαστικές αποφάσεις ή κρυφές χρεώσεις μέσω εφαρμογών, ενώ καθιερώνει το ψηφιακό «κουμπί υπαναχώρησης», επιτρέποντας στον πολίτη να ακυρώνει μια σύμβαση εξ αποστάσεως τόσο εύκολα όσο την υπέγραψε.
Επιπλέον, εισάγεται ένας μηχανισμός έγκαιρης παρέμβασης, όπου οι πιστωτές υποχρεούνται να προτείνουν λύσεις ρύθμισης μόλις διαπιστωθεί υπέρβαση των ορίων ή δυσκολία στην αποπληρωμή, προτού το χρέος γίνει μη διαχειρίσιμο.
Πέρα από τις οικονομικές ρυθμίσεις, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει μια κορυφαία κοινωνική παρέμβαση με την καθιέρωση του «Δικαιώματος στη Λήθη» για άτομα με ιστορικό νεοπλασίας.
Πρακτικά, απαγορεύεται η χρήση ογκολογικών δεδομένων για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας ή τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μετά την πάροδο ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την ολοκλήρωση της θεραπείας.
Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται ότι η προηγούμενη περιπέτεια υγείας δεν θα αποτελεί πλέον εμπόδιο για την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενισχύοντας την κοινωνική ισότητα και την εμπιστοσύνη των πολιτών στη λειτουργία της αγοράς.