Η σύγχρονη Τουρκία βιώνει μια ριζική αναθεώρηση των θεμελίων της, καθώς ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απομακρύνει τη χώρα από τις κοσμικές και φιλοδυτικές αρχές του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, αντικαθιστώντας τες με ένα μοντέλο που συνδυάζει τον ισλαμισμό με την οθωμανική αναβίωση.
Από την άνοδό του στην εξουσία το 2003, ο Ερντογάν μετέτρεψε την Τουρκία από ένα πείραμα κοσμικής δημοκρατίας σε ένα αυταρχικό ισλαμιστικό καθεστώς, στενά συνδεδεμένο με το κίνημα των Αδελφών Μουσουλμάνων.
Παρά τις αρχικές ελπίδες της Δύσης για ένα μοντέλο ήπιου ισλαμικού εκδημοκρατισμού, η Άγκυρα εξελίχθηκε σε παγκόσμιο καταφύγιο και χρηματοδότη ριζοσπαστικών δικτύων, φιλοξενώντας ηγετικά στελέχη που εκδιώχθηκαν από άλλες αραβικές χώρες και παρέχοντας πολιτική και οικονομική κάλυψη σε οργανώσεις όπως η Χαμάς.
Η ιδεολογική ρίζα αυτής της στροφής εντοπίζεται στο κίνημα Milli Gorus (Εθνική Άποψη) του Νετσμετίν Ερμπακάν, ο οποίος υπήρξε μέντορας του Ερντογάν και υποστηρικτής της ενοποίησης του μουσουλμανικού κόσμου υπό τουρκική ηγεμονία, διαπνεόμενος από έντονο αντιδυτικισμό.
Ο Ερντογάν, αν και αρχικά παρουσιάστηκε ως μεταρρυθμιστής, χρησιμοποίησε τη δημοκρατία ως όχημα για να εδραιώσει τον έλεγχό του, διαβρώνοντας συστηματικά τον διαχωρισμό κράτους και θρησκείας. Μέσω της εκπαίδευσης, με τον πολλαπλασιασμό των θρησκευτικών σχολείων Ιμάμ Χατίπ, και συμβολικών κινήσεων όπως η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, επιδίωξε τη δημιουργία μιας «ευσεβούς γενιάς» που θα αποτελέσει την εμπροσθοφυλακή της «Νέας Τουρκίας».
Η στρατηγική αυτή συνοδεύτηκε από την εξόντωση των κοσμικών αντιπάλων του και τη μετατροπή της χώρας σε ορμητήριο για τη Χαμάς, η οποία χρησιμοποιεί τουρκικές εταιρείες και ΜΚΟ για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεών της, ενώ η Άγκυρα αρνείται να την κατατάξει στις τρομοκρατικές οργανώσεις.
Σε περιφερειακό επίπεδο, η Τουρκία αξιοποίησε την Αραβική Άνοιξη για να προωθήσει συμμάχους των Αδελφών Μουσουλμάνων στη Λιβύη, την Αίγυπτο, την Υεμένη και τη Συρία, συχνά υποστηρίζοντας ακόμη και βίαιες τζιχαντιστικές ομάδες.
Στη Συρία, η στήριξη προς την οργάνωση Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ (πρώην Μέτωπο αλ-Νούσρα) και τον ηγέτη της, Αμπού Μουχάμαντ αλ-Τζολάνι, οδήγησε στην ανατροπή του Άσαντ το 2024, εδραιώνοντας την τουρκική επιρροή στην περιοχή παρά τις αναφορές για μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σήμερα, η Τουρκία λειτουργεί ως κεντρικός κόμβος ενός διεθνούς ισλαμιστικού δικτύου, με την Ουάσιγκτον να ασκεί αυξανόμενη πίεση μέσω κυρώσεων σε τουρκικές οντότητες που εμπλέκονται στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, υπογραμμίζοντας το βαθύ ρήγμα στις σχέσεις της Άγκυρας με τους δυτικούς της συμμάχους.
Η Εξέλιξη της πολιτικής ισχύος στην Τουρκία
Για την καλύτερη κατανόηση της μετατόπισης της ισχύος από το παραδοσιακό κεμαλικό κράτος στο σύγχρονο σύστημα του AKP, είναι χρήσιμο να δείτε πώς μεταβλήθηκαν οι ισορροπίες στους βασικούς πυλώνες του κράτους.
Η διάβρωση του κεμαλικού "Laiklik" (κοσμικότητας) επιτεύχθηκε μέσω της σταδιακής διείσδυσης σε θεσμούς όπως η δικαιοσύνη και ο στρατός, διαδικασία που επιταχύνθηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016.
Η αλματώδης αύξηση των μαθητών σε θρησκευτικά σχολεία αποτελεί το βασικό εργαλείο του Ερντογάν για την κοινωνική αναδιάρθρωση της χώρας, αντικαθιστώντας το δυτικό εκπαιδευτικό πρότυπο με ένα μοντέλο που δίνει έμφαση στις ισλαμικές αξίες και την έννοια του τζιχάντ.