Ένα βαθύ στρατηγικό χάσμα αναδεικνύεται μεταξύ της Ουάσιγκτον και των Ευρωπαίων συμμάχων της, καθώς η πρόταση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για μια πολυεθνική στρατιωτική επιχείρηση με στόχο το βίαιο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ συναντά ισχυρές αντιστάσεις.
Παρά την πίεση των ΗΠΑ για τη διάσπαση του ιρανικού αποκλεισμού στην κρισιμότερη πετρελαϊκή αρτηρία του κόσμου, η Ευρώπη προκρίνει τη διπλωματική οδό, θεωρώντας ότι οι κίνδυνοι για την εμπορική ναυτιλία παραμένουν υπερβολικά υψηλοί χωρίς μια επίσημη κατάπαυση του πυρός και ένα συντονισμένο διεθνές πλαίσιο.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Wall Street Journal, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και ναυτικοί εμπειρογνώμονες χαρακτηρίζουν μια αμιγώς στρατιωτική επέμβαση ως μη ρεαλιστική, καθώς η ασύμμετρη απειλή από την πλευρά της Τεχεράνης παραμένει ενεργή.
Παρά το γεγονός ότι οι αμερικανο-ισραηλινές επιδρομές έχουν πλήξει τον συμβατικό στόλο του Ιράν, η «Ολοκληρωμένη Ακτοπροστασία» της χώρας βασίζεται σε ένα πυκνό δίκτυο χερσαίων πυραύλων, drones και τακτικών «σμήνους» με εκατοντάδες ταχύπλοα σκάφη.
Αυτά τα μέσα, κρυμμένα σε ορεινά τούνελ και σπήλαια κατά μήκος της τεράστιας ακτογραμμής, επιτρέπουν αιφνιδιαστικά πλήγματα με σχεδόν μηδενικό χρόνο προειδοποίησης, καθιστώντας τη ναυσιπλοΐα πρακτικά αδύνατη χωρίς προηγούμενη πολιτική συμφωνία.
Η διεθνής κοινότητα φαίνεται να συγκλίνει στη λύση ενός ψηφίσματος των Ηνωμένων Εθνών ως το απαραίτητο πρώτο βήμα για την αποκατάσταση των εμπορικών ροών.
Ειδικοί σε θέματα θαλάσσιας ασφάλειας, όπως ο καθηγητής Christian Bueger, υποστηρίζουν ότι μια πολυεθνική δύναμη θα έπρεπε να εστιάσει στη διαχείριση περιστατικών και την παροχή εγγυήσεων στον κλάδο της ναυτιλίας, αντί για την επικίνδυνη τακτική της συνοδείας μεμονωμένων πλοίων.
Παρόλα αυτά, το οικονομικό εμπόδιο παραμένει σημαντικό, καθώς το Ιράν απαιτεί αποζημιώσεις για τις ζημίες που υπέστη κατά την πενταετή σύρραξη προκειμένου να απελευθερώσει τις προμήθειες καυσίμων και λιπασμάτων, περιπλέκοντας περαιτέρω την προοπτική μιας άμεσης εξομάλυνσης.