Η συζήτηση για την κατάργηση της ομοφωνίας στην εξωτερική πολιτική της ΕΕ επανέρχεται με ένταση, καθώς η γεωπολιτική αστάθεια και οι τεταμένες σχέσεις με τη Μόσχα απαιτούν γρήγορες αποφάσεις.
Η Πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μαζί με κορυφαίους Γερμανούς πολιτικούς, επαναφέρουν το αίτημα για υιοθέτηση της ειδικής πλειοψηφίας (15 από τα 27 κράτη), προκειμένου να σταματήσει η Ένωση να πέφτει θύμα «μηχανικών» μπλοκαρισμάτων, όπως συνέβη πρόσφατα με το ουγγρικό βέτο του Βίκτορ Όρμπαν στις ενισχύσεις προς την Ουκρανία.
Ωστόσο, η υλοποίηση αυτής της αλλαγής κρύβει μια βαθιά πολιτική ειρωνεία: για να καταργηθεί η ομοφωνία, απαιτείται ομόφωνη απόφαση. Παρά την αποχώρηση Όρμπαν, μια σειρά από ηγέτες με ευρωσκεπτικιστικό προφίλ, όπως οι Ράντεφ (Βουλγαρία), Φίτσο (Σλοβακία) και Μπάμπις (Τσεχία), δεν δείχνουν πρόθυμοι να εκχωρήσουν περαιτέρω εξουσίες στις Βρυξέλλες. Ο φόβος τους εστιάζεται στην πιθανότητα οι ισχυρότερες οικονομίες να επιβάλλουν τη θέλησή τους στις μικρότερες χώρες, ενισχύοντας έτσι τον ευρωσκεπτικισμό και θέτοντας σε κίνδυνο τη συνοχή του μπλοκ.
Το «αγκάθι» για την Ελλάδα και την Κύπρο
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, το ζήτημα είναι ζωτικής εθνικής σημασίας. Παρότι η ομοφωνία για την ένταξη νέων μελών (άρα και της Τουρκίας) δεν αμφισβητείται άμεσα, η κατάργηση του βέτο στην εξωτερική πολιτική θα αφαιρούσε ένα κρίσιμο διπλωματικό όπλο.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του περασμένου φθινοπώρου, όταν η Ελλάδα μπλόκαρε τη χρηματοδότηση της Άγκυρας μέσω του προγράμματος SAFE, απαιτώντας την απόσυρση του casus belli. Αν ίσχυε η ειδική πλειοψηφία, οι ελληνικές και κυπριακές ενστάσεις θα μπορούσαν απλώς να παρακαμφθούν, αφήνοντας τις δύο χώρες εκτεθειμένες σε αποφάσεις που ευνοούν την Τουρκία παρά την προκλητική της στάση.
Πώς λειτουργεί η Ειδική Πλειοψηφία;
Σήμερα, το 80% των ευρωπαϊκών αποφάσεων λαμβάνεται με αυτό το μοντέλο, το οποίο απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη του 55% των κρατών (15 από τα 27), που ταυτόχρονα εκπροσωπούν το 65% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ. Για να αποτραπεί ο έλεγχος των αποφάσεων αποκλειστικά από τους «μεγάλους», απαιτούνται τουλάχιστον 4 χώρες για να σχηματίσουν μειοψηφία αρνησικυρίας.
Η επέκταση αυτού του μοντέλου στην εξωτερική πολιτική παραμένει μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση, καθώς ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη της ΕΕ να δράσει ως παγκόσμια δύναμη και στην ανάγκη των κρατών-μελών να προστατεύσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.