Ενώπιον ενός κρίσιμου γεωπολιτικού ερωτήματος βρίσκεται η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση με το Ιράν κλείνει σχεδόν τρεις μήνες —διάρκεια διπλάσια από το αρχικό χρονοδιάγραμμα των έξι εβδομάδων που είχε θέσει η Ουάσιγκτον σε συνεργασία με το Ισραήλ.
Σύμφωνα με ανάλυση του πρακτορείου Reuters, παρά τις σημαντικές επιτυχίες του αμερικανικού στρατού στο πεδίο των μαχών, εντείνονται οι αμφιβολίες για το αν ο Αμερικανός πρόεδρος θα καταφέρει να μετατρέψει τα τακτικά αυτά πλήγματα σε μια ουσιαστική στρατηγική νίκη.
Παρά τις σοβαρές στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες που έχει υποστεί, η Τεχεράνη διατηρεί ανέπαφο το θεοκρατικό της καθεστώς, ελέγχει πλήρως το στρατηγικής σημασίας Στενό του Ορμούζ και αρνείται να προχωρήσει σε πυρηνικές παραχωρήσεις.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι οι ΗΠΑ και οι Άραβες σύμμαχοί τους στον Κόλπο κινδυνεύουν να εξέλθουν από τη σύγκρουση σε δυσμενέστερη θέση, με το Ιράν να εμφανίζεται τελικά με ενισχυμένη επιρροή στην περιοχή.
Ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, έμπειρος πρώην διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή, επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι ένας πόλεμος που σχεδιάστηκε ως μια γρήγορη επιτυχία για τον Τραμπ, εξελίσσεται σε μακροπρόθεσμη στρατηγική αποτυχία.
Τα ανεκπλήρωτα «αγκάθια» των πυρηνικών και των κυρώσεων
Οι αρχικοί μαξιμαλιστικοί στόχοι του Λευκού Οίκου —η πλήρης αποπυρηνικοποίηση της Τεχεράνης, ο τερματισμός της στήριξης σε ένοπλες ομάδες-πληρεξουσίους και η ανατροπή του καθεστώτος— παραμένουν ανεκπλήρωτοι.
Όπως σημειώνει ο Τζόναθαν Πανικόφ, πρώην στέλεχος των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών, η ιρανική ηγεσία θεωρεί ήδη επιτυχία το γεγονός ότι άντεξε την αμερικανική επίθεση, αποδεικνύοντας παράλληλα τη δυνατότητά της να προκαλεί αναταραχές στην παγκόσμια οικονομία μέσω του Περσικού Κόλπου, με ελάχιστες συνέπειες για την ίδια.
Την ίδια στιγμή, το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν φαίνεται πως παρέμεινε άθικτο μετά τις αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Υπάρχουν μάλιστα φόβοι ότι η σύγκρουση, αντί να ανακόψει τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης, θα την ωθήσει να επιταχύνει την απόκτηση πυρηνικού όπλου για λόγους αυτοπροστασίας, ακολουθώντας το παράδειγμα της Βόρειας Κορέας.
Επιπλέον, ο Τραμπ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ακόμη πιο σκληροπυρηνικούς Ιρανούς ηγέτες, ενώ οι σχέσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους δοκιμάζονται, καθώς οι τελευταίοι αρνήθηκαν να στηρίξουν μια πολεμική επιχείρηση για την οποία δεν είχαν καν ερωτηθεί.
Εσωτερικές τριγμοί, το βλέμμα στην Κούβα και το «μοντέλο» του Καράκας
Η αδυναμία ελέγχου της δημόσιας εικόνας του πολέμου έχει προκαλέσει τον εκνευρισμό του Τραμπ, ο οποίος επιτίθεται στα ΜΜΕ κατηγορώντας τα για προδοσία. Παράλληλα, η ρεπουμπλικανική ομοψυχία εμφανίζει σοβαρές ρωγμές, και μάλιστα σε μια κρίσιμη πολιτική συγκυρία, λιγότερο από έξι μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Ο γνωστός αναλυτής Ρόμπερτ Κέιγκαν εκτιμά ότι η έκβαση στο Ιράν μπορεί να αποτελέσει μεγαλύτερο πλήγμα για την αξιοπιστία των ΗΠΑ από ό,τι οι αποχωρήσεις από το Βιετνάμ ή το Αφγανιστάν, καθώς η Μέση Ανατολή βρίσκεται στην καρδιά του παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Αντιμέτωπος με το δίλημμα μιας επώδυνης συμφωνίας ή μιας κοστοβόρας στρατιωτικής κλιμάκωσης, ο Αμερικανός πρόεδρος εξετάζει εναλλακτικές διεξόδους. Σύμφωνα με αναλυτές, αν η διπλωματία καταρρεύσει, ο Τραμπ ενδέχεται να επιχειρήσει να στρέψει την προσοχή της κοινής γνώμης και των ψηφοφόρων προς την Κούβα, αναζητώντας μια ευκολότερη επικοινωνιακή νίκη στην Αβάνα.
Ωστόσο, σύμβουλοί του παραδέχονται ιδιωτικά ότι ο πρόεδρος είχε υποτιμήσει και την αντίσταση του Ιράν, θεωρώντας εσφαλμένα ότι η επιχείρηση θα ήταν εξίσου γρήγορη με την καταδρομική επιχείρηση στο Καράκας, η οποία οδήγησε στην βίαιη απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο από την εξουσία της Βενεζουέλας.
Στον αντίποδα, οι υποστηρικτές του Τραμπ, όπως ο Αλεξάντερ Γκρέι, πρώην ανώτερος σύμβουλός του, απορρίπτουν τις Κασσάνδρες και εντοπίζουν τρία σημαντικά γεωπολιτικά κέρδη:
Τα καίρια πλήγματα στις στρατιωτικές υποδομές του Ιράν.
Τη σύσφιξη των σχέσεων των κρατών του Κόλπου με την Ουάσιγκτον και την απομάκρυνσή τους από την επιρροή της Κίνας.
Το γεγονός ότι η τελική τύχη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος παραμένει ακόμη ανοιχτή, δίνοντας στις ΗΠΑ περιθώρια ελιγμών.