Με όχημα την 63η επέτειο από την ίδρυση της Αφρικανικής Ένωσης και την «Ημέρα της Αφρικής», η Άγκυρα ξεδιπλώνει για άλλη μια φορά την αναθεωρητική της στρατηγική, επιχειρώντας να εμφανιστεί ως δήθεν «ισότιμος εταίρος» των αφρικανικών εθνών, την ίδια ώρα που οικοδομεί συστηματικά ζώνες γεωπολιτικής και οικονομικής εξάρτησης.
Η επίσημη ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία εστιάζει στις προετοιμασίες για την 4η Σύνοδο Κορυφής Εταιρικής Σχέσης Τουρκίας-Αφρικής εντός του 2026, δεν είναι παρά το επόμενο βήμα στο πλαίσιο ενός καλά σχεδιασμένου δόγματος νεοοθωμανικού επεκτατισμού, που στοχεύει στην ανάδειξη της Τουρκίας σε παγκόσμια δύναμη με διεκδικήσεις πέρα από τα παραδοσιακά της σύνορα.
Η λεγόμενη «Πολιτική Ανοίγματος» που εγκαινιάστηκε το 1998 και η μετέπειτα «Πολιτική Εταιρικής Σχέσης» του 2013 αποτελούν το διπλωματικό περιτύλιγμα μιας επιθετικής στρατηγικής βάθους. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η Άγκυρα εξαπλασίασε τις πρεσβείες της στην ήπειρο, φτάνοντας τις 44, με στόχο τη δημιουργία ενός συμπαγούς δικτύου πολιτικής επιρροής και την εξασφάλιση διπλωματικών ερεισμάτων σε διεθνείς οργανισμούς.
Πίσω από την ανθρωπιστική βοήθεια, τα νοσοκομεία και τις εκπαιδευτικές υποτροφίες σε 65.000 Αφρικανούς φοιτητές, κρύβεται η συστηματική χρήση της «ήρεμης ισχύος» (soft power) για την ιδεολογική και πολιτισμική διείσδυση σε ευαίσθητες περιοχές, όπως η Σομαλία, το Σουδάν και ο Νίγηρας.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο αυτής της επεκτατικής πολιτικής είναι η σύνδεσή της με την τουρκική πολεμική βιομηχανία και την προσπάθεια στρατιωτικού ελέγχου κρίσιμων θαλάσσιων περασμάτων και στρατηγικών περιοχών. Η Άγκυρα έχει ήδη συνάψει αμυντικές συμφωνίες με 29 αφρικανικά κράτη, μετατρέποντας τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων και drones σε μοχλό πίεσης και εξάρτησης των τοπικών κυβερνήσεων.
Παράλληλα, η οικονομική διάσταση του τουρκικού επεκτατισμού αποτυπώνεται στην κατακόρυφη αύξηση του όγκου εμπορίου, ο οποίος άγγιξε τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια στα τέλη του 2025, και στα κατασκευαστικά έργα ύψους 97 δισεκατομμυρίων δολαρίων που ελέγχουν τουρκικές εταιρείες.
Η στρατηγική αυτή, η οποία ξεκίνησε υπό το καθεστώς παρατηρητή το 2005 και αναβαθμίστηκε σε «στρατηγική εταιρική σχέση» το 2008, χρησιμοποιεί τις Συνόδους Κορυφής —με αποκορύφωμα αυτή που διοργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη υπό την αιγίδα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν— για να νομιμοποιήσει και να εδραιώσει την τουρκική παρουσία στην Αφρική, όχι ως αλληλέγγυος σύμμαχος, αλλά ως ένας αναδυόμενος, παρεμβατικός κηδεμόνας.