Έντονο προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα προκαλεί η φετινή έξαρση του ιού του Δυτικού Νείλου, καθώς η πραγματική διασπορά στην κοινότητα εκτιμάται πως είναι υπολογίσιμα μεγαλύτερη από αυτή που αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΕΟΔΥ, πίσω από κάθε επιβεβαιωμένη διάγνωση κρύβονται τουλάχιστον 140 ασυμπτωματικοί φορείς, γεγονός που καθιστά αβέβαιη τη διάρκεια και την εξέλιξη του τρέχοντος επιδημιολογικού κύματος.
Στην Αττική, μολύνσεις έχουν εντοπιστεί ήδη σε 31 δήμους, με τα υψηλότερα επίπεδα να καταγράφονται σε περιοχές όπως τα Σπάτα, η Αρτέμιδα, το Μαρκόπουλο, η Βάρη, η Βούλα, η Βουλιαγμένη, η Αγία Παρασκευή, η Παλλήνη και το Χαλάνδρι.
Παράλληλα, περιοχές όπως η Κηφισιά, το Ηράκλειο, η Φιλοθέη, το Ψυχικό, η Μεταμόρφωση, η Νέα Σμύρνη, η Νέα Φιλαδέλφεια και η Νέα Χαλκηδόνα κατατάσσονται στις ζώνες υψηλού κινδύνου.
Ο χαρακτηρισμός αυτός αποδίδεται κυρίως σε γεωμορφολογικούς παράγοντες, καθώς η παρουσία πάρκων, λιμνών και υγροτόπων ευνοεί την αναπαραγωγή των κουνούπων. Η έξαρση αυτή προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα των ετών 2022 και 2023, όταν δεν είχε καταγραφεί κανένα εγχώριο κρούσμα στην Αττική.
Δεύτερη σε αριθμό περιστατικών κατατάσσεται η Περιφέρεια Θεσσαλίας με 29 βεβαιωμένες λοιμώξεις, εκ των οποίων οι 23 συγκεντρώνονται στην περιοχή της Λάρισας.
Απέναντι στη δυναμική αυτή, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών ζητά την άμεση ενίσχυση των προληπτικών μέτρων από τους αρμόδιους φορείς. Παράλληλα, οι υγειονομικές αρχές συνιστούν αυξημένη εγρήγορση, με έμφαση στην ατομική προστασία από τσιμπήματα κουνούπων κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες, ιδιαίτερα για τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.