Παράλληλα με την προσέγγιση ΗΠΑ και Ιράν για την επίτευξη μιας διπλωματικής διευθέτησης, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με έντονες εσωτερικές πολιτικές πιέσεις.
Μπορεί η διαφαινόμενη συμφωνία να υπόσχεται το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, την αποσυμπίεση της οικονομίας και ένα νέο πλαίσιο διαλόγου για τα πυρηνικά, ωστόσο οι όροι της προκαλούν αντιδράσεις και στα δύο μεγάλα αμερικανικά κόμματα, προμηνύοντας έναν νέο κύκλο εγχώριας αντιπαράθεσης στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με αναλύσεις του CNNi, ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται σε στρατηγικό αδιέξοδο. Μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση κατά του Ιράν ενέχει τον κίνδυνο οικονομικής επιβάρυνσης και ισχυρών αντιδράσεων από την αμερικανική κοινή γνώμη, η οποία στην πλειοψηφία της αντιτίθεται στον πόλεμο.
Από την άλλη πλευρά, η αποδοχή συμβιβαστικών όρων εκλαμβάνεται ως υπαναχώρηση από τους αρχικούς πολεμικούς στόχους, γεγονός που συνεπάγεται πολιτικό κόστος για τον Λευκό Οίκο ανεξάρτητα από την τελική του επιλογή, καθώς θα κατηγορηθεί είτε για παράταση της σύγκρουσης είτε για μια αδύναμη υποχώρηση.
Στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών εκφράζονται σοβαρές ανησυχίες για το ενδεχόμενο μιας αδύναμης συμφωνίας. Ο γερουσιαστής Τομ Τίλις επεσήμανε την αντίφαση ανάμεσα στις προ εβδομάδων διαβεβαιώσεις του Πενταγώνου για καταστροφή της ιρανικής άμυνας και στην τρέχουσα πιθανότητα να παραμείνει το πυρηνικό υλικό στην Τεχεράνη.
Παράλληλα, ο πρόεδρος της Επιωτερικής Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, Ρότζερ Γουίκερ, και ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ προειδοποιούν για τον κίνδυνο ανατροπής των ισορροπιών ισχύος στην περιοχή εάν το Ιράν διατηρήσει πλεονέκτημα στα Στενά του Ορμούζ, αν και ο αντίλογος τονίζει ότι η παράταση του πολέμου θα μπορούσε να πυροδοτήσει σκληρά ιρανικά αντίποινα κατά αμερικανικών δυνάμεων και υποδομών στον Κόλπο.
Την ίδια στιγμή, οι Δημοκρατικοί εστιάζουν στην απουσία ξεκάθαρης στρατηγικής εξόδου από τη σύγκρουση. Ο γερουσιαστής Κόρι Μπούκερ επέκρινε τη δομή της συμφωνίας που θέτει σε προτεραιότητα το άνοιγμα των Στενών και μεταθέτει το πυρηνικό ζήτημα για το μέλλον, σημειώνοντας ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους αρχικούς σκοπούς της εμπλοκής των ΗΠΑ.
Από την πλευρά του, ο γερουσιαστής Κρις Βαν Χόλεν προειδοποίησε ότι η χώρα κινδυνεύει να επιστρέψει σε μια κατάσταση ανάλογη ή και χειρότερη της προπολεμικής, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι η Ουάσινγκτον ίσως δεν διαθέτει πλέον καλύτερες εναλλακτικές επιλογές.
Καθώς οι λεπτομέρειες του προσχεδίου έρχονται στο φως, η αμερικανική ηγεσία καλείται να απαντήσει σε δύο κρίσιμα ζητήματα. Πρώτον, εάν το νέο πλαίσιο θα αποδειχθεί τελικά αυστηρότερο και πιο αποτελεσματικό από τη διεθνή συμφωνία του 2015 που είχε υπογραφεί επί Μπαράκ Ομπάμα.
Δεύτερον, εάν η στρατηγική επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από εκείνη την προηγούμενη συμφωνία και να επιλέξει τη μετωπική σύγκρουση δικαιώνεται εκ του αποτελέσματος, φέρνοντας την Ουάσινγκτον σε ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση έναντι της Τεχεράνης.
Το γεγονός ότι αυτά τα ερωτήματα τίθενται πλέον επιτακτικά αναδεικνύει το μέγεθος του πολιτικού προβλήματος για τον Λευκό Οίκο.